• Σήμερα είναι: Τρίτη, 20 Οκτωβρίου, 2020

Μερική διάσπαση εταιρείας Ανακύπτοντα προβλήματα και λογιστική αντιμετώπιση Μαριάνθη Ξένου, ΣΟΛ CROWE

. Διατάξεις της εμπορικής νομοθεσίας

Οι εταιρικοί μετασχηματισμοί που πραγματοποιούνται από 15.4.2019 διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 4601/2019 (ΦΕΚ Α’ 44/9.3.2019).

Ο νόμος προβλέπει τις κατωτέρω μορφές εταιρικών μετασχηματισμών:

α. συγχώνευση, η οποία μπορεί να πραγματοποιηθεί:

i. είτε με απορρόφηση

ii. είτε με σύσταση νέας εταιρείας,

β. διάσπαση, η οποία διακρίνεται σε:

i. κοινή διάσπαση,

ii. μερική διάσπαση και

iii. απόσχιση κλάδου,

γ. μετατροπή.

Στην παρούσα εργασία θα ασχοληθούμε με τη μερική διάσπαση εταιρείας, η οποία αντιπροσωπεύει μια νέα μορφή μετασχηματισμού και αντιμετωπίζεται από το άρθρο 56 σε συνδυασμό με άλλες διατάξεις του νόμου.

Η μερική διάσπαση πραγματοποιείται είτε με απορρόφηση είτε με σύσταση μίας ή περισσότερων νέων εταιρειών είτε με απορρόφηση και με σύσταση μίας ή περισσότερων νέων εταιρειών (Ν. 4601/2019, άρ. 56, παρ. 1).

Μερική διάσπαση με απορρόφηση είναι η πράξη με την οποία μία εταιρεία (διασπώμενη), χωρίς να λυθεί, μεταβιβάζει σε μία ή περισσότερες υφιστάμενες εταιρείες
(επωφελούμενες) τον καθοριζόμενο ή τους καθοριζόμενους στο σχέδιο σύμβασης μερικής διάσπασης κλάδο ή κλάδους δραστηριότητας, με τη διάθεση στους μετόχους ή στους εταίρους της διασπώμενης εταιρείας εταιρικών συμμετοχών της επωφελούμενης ή των επωφελούμενων εταιρειών και ενδεχομένως χρηματικού ποσού, το οποίο δεν υπερβαίνει το 10% της ονομαστικής αξίας των εταιρικών συμμετοχών που αποδίδονται στους μετόχους ή στους εταίρους της διασπώμενης εταιρείας ή, σε περίπτωση έλλειψης ονομαστικής αξίας, της λογιστικής τους αξίας (άρ. 56, παρ. 2).

Μερική διάσπαση με σύσταση νέας εταιρείας ή νέων εταιρειών είναι η πράξη με την οποία μία εταιρεία (διασπώμενη), χωρίς να λυθεί, μεταβιβάζει σε μία ή περισσότερες εταιρείες που συνιστώνται ταυτόχρονα (επωφελούμενες) τον καθοριζόμενο ή τους καθοριζόμενους στο σχέδιο διάσπασης κλάδο ή κλάδους δραστηριότητας, με τη διάθεση στους μετόχους ή στους εταίρους τής διασπώμενης εταιρείας εταιρικών συμμετοχών της επωφελούμενης ή των επωφελούμενων εταιρειών και ενδεχομένως χρηματικού ποσού, το οποίο δεν υπερβαίνει το 10% της ονομαστικής αξίας των εταιρικών συμμετοχών που αποδίδονται στους μετόχους ή στους εταίρους της διασπώμενης εταιρείας ή, σε περίπτωση έλλειψης ονομαστικής αξίας, της λογιστικής τους αξίας (άρ. 56, παρ. 3).

Μερική διάσπαση με απορρόφηση και με σύσταση νέας εταιρείας ή νέων εταιρειών είναι η πράξη με την οποία μία εταιρεία (διασπώμενη), χωρίς να λυθεί, μεταβιβάζει, εν μέρει σε μία ή περισσότερες υφιστάμενες εταιρείες (επωφελούμενες με απορρόφηση) και εν μέρει σε μία ή περισσότερες εταιρείες που συνιστώνται ταυτόχρονα (επωφελούμενες με σύσταση) τον καθοριζόμενο ή τους καθοριζόμενους στο σχέδιο σύμβασης διάσπασης κλάδο ή κλάδους δραστηριότητας, με τη διάθεση στους μετόχους ή εταίρους της διασπώμενης εταιρείας εταιρικών συμμετοχών των επωφελούμενων εταιρειών και ενδεχομένως ποσού σε μετρητά, το οποίο δεν υπερβαίνει το 10% της ονομαστικής αξίας των εταιρικών συμμετοχών που αποδίδονται στους μετόχους ή στους εταίρους της διασπώμενης εταιρείας ή, σε περίπτωση έλλειψης ονομαστικής αξίας, της λογιστικής τους αξίας (άρ. 56, παρ. 4).

Για καθεμία από τις εταιρείες που μετέχουν στη διάσπαση, ένας ή περισσότεροι ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες εξετάζουν το σχέδιο σύμβασης διάσπασης και συντάσσουν γραπτή έκθεση που απευθύνεται στη συνέλευση ή προς τους εταίρους της (άρ. 62).

Στην έκθεσή τους οι εμπειρογνώμονες παρέχουν ορισμένες πληροφορίες που απαιτεί ο νόμος και, σε κάθε περίπτωση, δηλώνουν αν, κατά τη γνώμη τους, η προτεινόμενη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών είναι δίκαιη και λογική.

ΙΙ. Διατάξεις της φορολογικής και αναπτυξιακής νομοθεσίας

Σχετικά με εταιρικούς μετασχηματισμούς είναι σε ισχύ τα φορολογικού και αναπτυξιακού περιεχομένου νομοθετήματα Ν. 2166/1993, Ν.Δ. 1297/1972 και Ν. 4172/2013.

Ν. 2166/1993

Προς τον σκοπό διευκόλυνσης του μετασχηματισμού, οι προς μετασχηματισμό επιχειρήσεις μπορούν με αίτησή τους προς τον αρμόδιο για τη φορολογία τους προϊστάμενο Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) να ζητήσουν τη διενέργεια φορολογικού ελέγχου κατά τις ισχύουσες διατάξεις.

Οι εκθέσεις ελέγχου φορολογίας εισοδήματος των φοροτεχνικών εμπειρογνωμόνων, που θα συνταγούν για καθεμία μετασχηματιζόμενη επιχείρηση, θα περιέχουν για τον σκοπό του μετασχηματισμού ειδικό κεφάλαιο περί του ύψους της λογιστικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης. Εάν δεν ζητηθεί η διενέργεια ελέγχου κατά τα ανωτέρω, η διαπίστωση της λογιστικής αξίας των περιουσιακών στοιχείων των μετασχηματιζόμενων επιχειρήσεων ενεργείται από ορκωτό ελεγκτή ή από την κατά το άρθρο 9 του Κ.Ν. 2190/1920 προβλεπόμενη επιτροπή εμπειρογνωμόνων (Ν. 2166/1993, άρ. 3, παρ. 2).

Ν.Δ. 1297/1972

Η προκύπτουσα από τη συγχώνευση ή μετατροπή υπεραξία1 δεν υπόκειται, κατά τον χρόνο της συγχώνευσης ή μετατροπής, σε φόρο εισοδήματος (Ν.Δ. 1297/1972, άρ. 2, παρ. 1).

Η κατά την προηγούμενη παράγραφο υπεραξία, διαπιστούμενη με απογραφή των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των συγχωνευόμενων ή μετατρεπομένων επιχειρήσεων και εμφανιζόμενη απαραιτήτως σε ειδικούς λογαριασμούς της συγχωνεύουσας ή της νέας εταιρείας μέχρι του χρόνου διαλύσεώς της, θεωρείται περιερχόμενη σε αυτή και φορολογείται κατά τον χρόνο της καθ’ οιονδήποτε τρόπον διάλυσής της (άρ. 2, παρ. 2).

Ν. 4172/2013

Η συγχώνευση ή η διάσπαση δεν συνεπάγεται, κατά τον χρόνο της συγχώνευσης ή της διάσπασης, καμία φορολογία των υπεραξιών2 οι οποίες υπολογίζονται βάσει της διαφοράς μεταξύ της πραγματικής αξίας των μεταβιβαζομένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού και της λογιστικής αξίας τους (Ν. 4172/2013, άρ. 54, παρ. 8).

Η λήπτρια εταιρεία διενεργεί αποσβέσεις των στοιχείων του ενεργητικού σύμφωνα με τους κανόνες που θα ίσχυαν για την εισφέρουσα εταιρεία, εάν δεν είχε λάβει χώρα η συγχώνευση ή η διάσπαση (άρ. 54, παρ. 8).

Από τα ανωτέρω νομοθετήματα διατηρούνται σε ισχύ μόνο οι φορολογικές τους ρυθμίσεις και τα παρεχόμενα πλεονεκτήματα ή κίνητρα. Κατά τα λοιπά, οι αναφερόμενοι στα νομοθετήματα αυτά μετασχηματισμοί διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 4601/2019, ιδίως όσον αφορά το επιτρεπτό, τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία πραγματοποίησης και τα αποτελέσματά τους (Ν. 4601/2019, άρ. 4, παρ. 1).

III. Διαπιστώσεις

1. Από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Ν. 4601/2019 διαπιστώνουμε ότι η μερική διάσπαση ομοιάζει με την απόσχιση κλάδου, με μόνη διαφορά ότι τους νέους συμμετοχικούς τίτλους που θα εκδώσει η επωφελούμενη εταιρεία, σε αντάλλαγμα των καθαρών περιουσιακών στοιχείων του εισφερθέντος σε αυτή κλάδου, στην περίπτωση της απόσχισης κλάδου λαμβάνει η εισφέρουσα εταιρεία, ενώ στην περίπτωση της μερικής διάσπασης εταιρείας λαμβάνουν οι ιδιοκτήτες της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας.

2. Η παρ. 5 του άρ. 10 του Ν. 4601/2019 αναφέρεται σε μεθόδους αποτίμησης και σε αξίες που προέκυψαν από την εφαρμογή κάθε μεθόδου, όμως δεν διευκρινίζει:

α. αν οι αποτιμήσεις αυτές γίνονται μόνο για να διαπιστωθεί το κατά πόσο η προτεινόμενη σχέση ανταλλαγής των εταιρικών συμμετοχών είναι δίκαιη και λογική ή

β. αν τα εισφερόμενα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του κλάδου θα περιληφθούν στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της επωφελούμενης εταιρείας με τις αξίες που προέκυψαν από την αποτίμηση.

Επομένως, από τις διατάξεις του Ν. 4601/2019 δεν προκύπτει με σαφήνεια αν τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του εισφερόμενου κλάδου πρέπει να καταχωρίζονται στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της επωφελούμενης εταιρείας με την εκτιμηθείσα εύλογη αξία τους ή με την προηγούμενη λογιστική αξία τους.

3. Οι προϊσχύουσες διατάξεις του Κ.Ν. 2190/1920, σε όλες τις περιπτώσεις μετασχηματισμών, προέβλεπαν με σαφήνεια ότι τα εισφερόμενα καθαρά περιουσιακά στοιχεία έπρεπε να περιλαμβάνονται στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της επωφελούμενης εταιρείας με την εκτιμηθείσα τρέχουσα (εύλογη) αξία τους, όπως αυτή είχε προσδιοριστεί από τα πρόσωπα που αναφέρονταν στο άρθρο 9 του νόμου.

4. Ο Ν. 2166/1993, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του Κ.Ν. 2190/1920, προβλέπει ότι τα εισφερόμενα καθαρά περιουσιακά στοιχεία πρέπει να περιλαμβάνονται στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της επωφελούμενης εταιρείας με τη λογιστική αξία τους.

5. Το Ν.Δ. 1297/1972 προβλέπει ότι τα εισφερόμενα καθαρά περιουσιακά στοιχεία πρέπει να περιλαμβάνονται στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της επωφελούμενης εταιρείας με την εκτιμηθείσα τρέχουσα (εύλογη) αξία τους.

6. Από την παρ. 8 του άρ. 54 του Ν. 4172/2013 εμμέσως τεκμαίρεται ότι τα εισφερόμενα καθαρά περιουσιακά στοιχεία πρέπει να περιλαμβάνονται στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της επωφελούμενης εταιρείας με την εκτιμηθείσα πραγματική (εύλογη) αξία τους. Παρά ταύτα, από την παρ. 9 του ίδιου άρθρου προκύπτει ότι οι αποσβέσεις επί των εισφερόμενων αποσβέσιμων περιουσιακών στοιχείων υπολογίζονται επί της προηγούμενης λογιστικής αξίας τους.

IV. Ερωτήματα

Με βάση τις προαναφερθείσες διατάξεις και διαπιστώσεις, ανακύπτουν ερωτήματα αναφορικά με την ενδεδειγμένη λογιστική αντιμετώπιση της μερικής διάσπασης εταιρείας:

1. στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της επωφελούμενης εταιρείας,

2. στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας,

3. στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις των ιδιοκτητών της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας και ληπτών των εκδοθέντων συμμετοχικών τίτλων της επωφελούμενης εταιρείας.

V. Η κατά τη γνώμη μας ενδεδειγμένη λογιστική αντιμετώπιση της μερικής διάσπασης εταιρείας

1. Στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της επωφελούμενης εταιρείας

Όπως προαναφέρθηκε:

α. Από τις διατάξεις του Ν. 4601/2019 δεν διευκρινίζεται αν τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του εισφερόμενου κλάδου πρέπει να καταχωρίζονται στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της επωφελούμενης εταιρείας με την εκτιμηθείσα εύλογη αξία τους ή με την προηγούμενη λογιστική αξία τους.

β. Από τα φορολογικού και αναπτυξιακού περιεχομένου νομοθετήματα διατηρούνται σε ισχύ μόνο οι φορολογικές τους ρυθμίσεις και τα παρεχόμενα πλεονεκτήματα ή κίνητρα. Κατά τα λοιπά, οι αναφερόμενοι στα νομοθετήματα αυτά μετασχηματισμοί διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 4601/2019, ιδίως όσον αφορά το επιτρεπτό, τις προϋποθέσεις, τη διαδικασία πραγματοποίησης και τα αποτελέσματά τους.

Με την αξία των καθαρών περιουσιακών στοιχείων του εισφερθέντος κλάδου η επωφελούμενη εταιρεία, αν υφίσταται κατά την ημερομηνία του μετασχηματισμού, θα αυξήσει ισόποσα το κεφάλαιό της, ενώ η νεοσυσταθείσα θα συγκροτήσει το κεφάλαιό της.

Επομένως, η εισφορά κλάδου για την επωφελούμενη εταιρεία αντιπροσωπεύει «εισφορά σε είδος» για την αύξηση ή συγκρότηση του κεφαλαίου της.

Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρ. 17 του Ν. 4548/2018, για την εξακρίβωση της αξίας των εισφορών σε είδος κατά τη σύσταση της εταιρείας, καθώς και σε κάθε αύξηση του κεφαλαίου της, συντάσσεται έκθεση αποτίμησης από δύο ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ή ελεγκτική εταιρεία ή, κατά περίπτωση, από δύο ανεξάρτητους πιστοποιημένους εκτιμητές. Επιτρέπεται η πρόσληψη από τους ελεγκτές ή τους πιστοποιημένους εκτιμητές ειδικών εκτιμητών, ημεδαπών ή αλλοδαπών, για την εκτίμηση περιουσιακών στοιχείων που απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις ή διεθνή εμπειρία.

Με βάση την προαναφερθείσα διάταξη της παρ. 3 του άρ. 17 του Ν. 4548/2018, τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του εισφερθέντος κλάδου θα περιληφθούν στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της επωφελούμενης εταιρείας με την εκτιμηθείσα εύλογη αξία τους. Επί της διαφοράς μεταξύ της εκτιμηθείσας εύλογης αξίας και της προηγούμενης λογιστικής αξίας θα υπολογιστεί και θα καταχωριστεί μια αναβαλλόμενη φορολογική υποχρέωση, στο λογιστικό πλαίσιο των ΔΠΧΑ υποχρεωτικά, ενώ στο λογιστικό πλαίσιο των ΕΛΠ μόνο εφόσον η οικονομική μονάδα έχει επιλέξει ως λογιστική αρχή την καταχώριση αναβαλλόμενης φορολογίας,

Η επωφελούμενη εταιρεία, σε αντάλλαγμα των καθαρών περιουσιακών στοιχείων που απέκτησε, θα αυξήσει ισόποσα το κεφάλαιό της, εκδίδοντας συμμετοχικούς τίτλους, τους οποίους θα παραχωρήσει δωρεάν στους ιδιοκτήτες της διασπώμενης (εισφέρουσας) εταιρείας.

Αν τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του εισφερθέντος κλάδου ελέγχονται από το ίδιο μέρος ή τα ίδια μέρη πριν και μετά την πραγματοποίηση του μετασχηματισμού, οι διαφορές αποτιμήσεως των καθαρών περιουσιακών στοιχείων του εισφερθέντος κλάδου, κατά την κατάρτιση των ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, πρέπει να απαλείφονται, ώστε τα κονδύλια του ενοποιημένου ισολογισμού να μην επηρεάζονται από τις συνέπειες του μετασχηματισμού.

2. Στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας

Αν τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του εισφερόμενου κλάδου μετά την πραγματοποίηση του μετασχηματισμού ελέγχονται από διαφορετικό μέρος (διαφορετικά μέρη) από αυτό που είχε (αυτά που είχαν) τον έλεγχό τους πριν από την πραγματοποίηση του μετασχηματισμού, η εισφέρουσα (διασπώμενη) εταιρεία, πριν από την πραγματοποίηση της εισφοράς του κλάδου, πρέπει να αποτιμήσει τα εισφερόμενα καθαρά περιουσιακά στοιχεία στην εκτιμηθείσα εύλογη αξία τους, προκειμένου να προκύψει η πραγματική αξία της εισφοράς και να καταχωρίσει την προκύψασα διαφορά εύλογης αξίας στην καθαρή θέση. Μετά την πραγματοποίηση της εισφοράς του κλάδου η διαφορά εύλογης αξίας θα μεταφερθεί στον λογαριασμό «κέρδη εις νέο». Ο προτεινόμενος λογιστικός χειρισμός συνάδει με τη διερμηνεία της ΕΔΔΠΧΑ 17 Διανομές Μη Ταμειακών Περιουσιακών Στοιχείων σε Ιδιοκτήτες.

Αν τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του εισφερθέντος κλάδου ελέγχονται από το ίδιο μέρος (τα ίδια μέρη) πριν και μετά την πραγματοποίηση του μετασχηματισμού, δεν απαιτείται η αποτίμηση των εισφερόμενων καθαρών περιουσιακών στοιχείων στην εύλογη αξία, οπότε η εισφέρουσα (διασπώμενη) εταιρεία θα διαγράψει τη λογιστική αξία τους. Η περίπτωση αυτή βρίσκεται εκτός πεδίου εφαρμογής της ΕΔΔΠΧΑ 17.

Η εισφορά των καθαρών περιουσιακών στοιχείων (κλάδου), από την εισφέρουσα (διασπώμενη) εταιρεία στην επωφελούμενη εταιρεία, χωρίς αντάλλαγμα άλλου περιουσιακού στοιχείου, συνεπάγεται τη μείωση της καθαρής θέσης της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας κατά ποσό ίσο με την εκτιμηθείσα εύλογη αξία ή τη λογιστική αξία, ανά περίπτωση, των καθαρών περιουσιακών στοιχείων του εισφερόμενου κλάδου.

Το ερώτημα που δημιουργείται είναι αν η μείωση της καθαρής θέσης θα γίνει μέσω αποτελεσμάτων ή απευθείας με μείωση κάποιου λογαριασμού καθαρής θέσης.

Μείωση μέσω αποτελεσμάτων θα δικαιολογείτο μόνο στην περίπτωση που η εισφορά κλάδου είχε τα χαρακτηριστικά της δωρεάς. Έχουμε τη γνώμη ότι η πράξη της δωρεάς δεν συνάδει με ένα νομοθέτημα «περί εταιρικών μετασχηματισμών». Επομένως η λύση αυτή πρέπει να αποκλειστεί.

Μείωση απευθείας κάποιου λογαριασμού καθαρής θέσης θα δικαιολογείτο μόνο στην περίπτωση που η εισφορά κλάδου είχε τα χαρακτηριστικά της συναλλαγής με τους ιδιοκτήτες. Στην προκειμένη περίπτωση η εισφέρουσα (διασπώμενη) εταιρεία δεν συναλλάσσεται απ’ ευθείας με τους ιδιοκτήτες της, διότι στη συναλλαγή του μετασχηματισμού παρεμβάλλεται η επωφελούμενη εταιρεία, δηλαδή η εισφέρουσα (διασπώμενη) εταιρεία εισφέρει τα καθαρά περιουσιακά στοιχεία του κλάδου προς την επωφελούμενη εταιρεία και η επωφελούμενη εταιρεία δίνει τους εκδοθέντες συμμετοχικούς τίτλους της προς τους ιδιοκτήτες της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας. Στην περίπτωση αυτή έχουμε μια μορφή τριγωνικής συναλλαγής. Παρά την ιδιαιτερότητα που παρουσιάζει η λύση αυτή, κατά τη γνώμη μας είναι η μόνη που μπορεί να γίνει αποδεκτή.

Προς τη λύση αυτή φαίνεται ότι προσανατολίζεται και ο νομοθέτης, παρά το γεγονός ότι το θέμα δεν έχει αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερου προβληματισμού. Ειδικότερα, στην παρ. 5 του άρ. 56 του Ν. 4601/2019 αναφέρεται ότι: «Σε περίπτωση μερικής διάσπασης, η διασπώμενη εταιρεία οφείλει να συμμορφώνεται με τις διατάξεις της νομοθεσίας που διέπουν τα στοιχεία της καθαρής θέσης της. Εφόσον, ως αποτέλεσμα της μεταβίβασης ενός ή περισσότερων κλάδων της διασπώμενης εταιρείας, η καθαρή της θέση δεν απεικονίζεται πλέον σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις ή, κατά περίπτωση, γίνεται κατώτερη από το όριο του νόμου, η απόφαση της συνέλευσης ή των εταίρων της διασπώμενης εταιρείας σύμφωνα με το άρθρο 66 περιλαμβάνει και τα απαιτούμενα μέτρα, συμπεριλαμβανομένων των απαραίτητων τροποποιήσεων του καταστατικού της, για την πραγματοποίηση της μερικής διάσπασης. Στα μέτρα αυτά μπορεί να περιλαμβάνεται και η μείωση του κεφαλαίου της διασπώμενης εταιρείας, η οποία γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν την οικεία εταιρική μορφή και με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 65».

Η φράση «μπορεί να περιλαμβάνεται και η μείωση του κεφαλαίου» υποδηλώνει ότι η μείωση της καθαρής θέσης της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας μπορεί να πραγματοποιηθεί και με άλλους τρόπους.

Κατά τη γνώμη μας, μοναδικός εναλλακτικός τρόπος είναι η εισφορά του κλάδου να θεωρηθεί διανομή προς τους ιδιοκτήτες, οπότε η μείωση της καθαρής θέσης θα πραγματοποιηθεί με μείωση λογαριασμών καθαρής θέσης που επιτρέπεται η διανομή τους (ελεύθερα αποθεματικά ή σωρευμένα κέρδη).

3. Στις χρηματοοικονομικές καταστάσεις του ιδιοκτήτη της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας και λήπτη των εκδοθέντων συμμετοχικών τίτλων της επωφελούμενης εταιρείας

Ανεξάρτητα από το αν η εισφέρουσα (διασπώμενη) εταιρεία διαγράψει από τις χρηματοοικονομικές της καταστάσεις την εκτιμηθείσα εύλογη αξία ή τη λογιστική αξία των εισφερθέντων καθαρών περιουσιακών στοιχείων, η πραγματική μείωση της καθαρής θέσης της ισούται με το ποσό της εκτιμηθείσας εύλογης αξίας των καθαρών περιουσιακών στοιχείων του εισφερθέντος κλάδου και, κατά συνέπεια, ισόποση είναι και η μείωση της αξίας των συμμετοχικών τίτλων που κατέχονται από τους ιδιοκτήτες της.

Κατά τη γνώμη μας, η μείωση της αξίας των συμμετοχικών τίτλων της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας που κατέχονται από τους ιδιοκτήτες της δεν μπορεί να κριθεί αυτοτελώς και να χαρακτηριστεί ως απομείωση, δεδομένου ότι η μείωση αυτή είναι συνέπεια της συναλλαγής του εταιρικού μετασχηματισμού και οι ιδιοκτήτες λαμβάνουν συμμετοχικούς τίτλους της επωφελούμενης ως «αποζημίωση» για τη μείωση της αξίας των συμμετοχικών τους τίτλων της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας. Παρά το γεγονός ότι η συναλλαγή δεν πραγματοποιείται απευθείας μεταξύ της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας και των ιδιοκτητών της, δεδομένου ότι παρεμβάλλεται η επωφελούμενη, η συναλλαγή ομοιάζει με ανταλλαγή περιουσιακών στοιχείων.

Η ανταλλαγή, σύμφωνα με το άρ. 573 του Αστικού Κώδικα, ισοδυναμεί με διπλή αγοραπωλησία και είναι ένας τρόπος αποκτήσεως περιουσιακού στοιχείου χωρίς τη μεσολάβηση χρήματος, αλλά με καταβολή της αξίας του σε άλλα περιουσιακά στοιχεία. Είναι σύμβαση παροχής πράγματος, έναντι άλλου πράγματος, χωρίς όμως να αποκλείεται και μια είσπραξη ή εξόφληση μιας ενδεχόμενης διαφοράς στις τιμές των ανταλλασσόμενων στοιχείων.

Τα ΕΛΠ δεν αντιμετωπίζουν το θέμα της ανταλλαγής. Η μοναδική αναφορά των ΕΛΠ στην απόκτηση περιουσιακών στοιχείων με ανταλλαγή άλλων περιουσιακών στοιχείων γίνεται στον ορισμό του κόστους κτήσεως περιουσιακών στοιχείων και υπηρεσιών, ο οποίος αναφέρει ότι «κόστος κτήσεως περιουσιακών στοιχείων και υπηρεσιών είναι το σύνολο των ταμειακών διαθεσίμων ή ταμειακών ισοδύναμων ή η εύλογη αξία άλλου ανταλλάγματος που δίνεται κατά το χρόνο αποκτήσεως ή κατασκευής, πλέον δαπάνες αγοράς και μείον οποιαδήποτε μείωση του κόστους». Ομοίως η ερμηνευτική των ΕΛΠ λογιστική οδηγία της ΕΛΤΕ δεν αναφέρεται στο θέμα αυτό. Οι οικονομικές μονάδες που εφαρμόζουν τα ΕΛΠ, στο πλαίσιο της δυνατότητας που τους παρέχεται, με την παρ. 7 του άρ. 17 του Ν. 4308/2014, να αναζητούν ερμηνευτική καθοδήγηση από τα σχετικά ΔΠΧΑ, στον βαθμό που οι ρυθμίσεις των προτύπων αυτών είναι συμβατές με τον νόμο αυτό, δύνανται να εφαρμόζουν τις αναφερόμενες κατωτέρω απαιτήσεις των ΔΠΧΑ.

Στη παράγραφο 24 του ΔΛΠ 16 αναφέρεται ότι: «Μπορεί να γίνει ανταλλαγή ενός ή περισσότερων ενσώματων πάγιων στοιχείων με μη χρηματικό περιουσιακό στοιχείο ή στοιχεία ή συνδυασμό χρηματικών και μη χρηματικών περιουσιακών στοιχείων.

Το παραληφθέν περιουσιακό στοιχείο αποτιμάται στην εύλογη αξία, εκτός αν:

α. είτε η συναλλαγή ανταλλαγής στερείται εμπορικής ουσίας

β. είτε δεν μπορεί να αποτιμηθεί αξιόπιστα η εύλογη αξία ούτε του περιουσιακού στοιχείου που παραλήφθηκε ούτε του περιουσιακού στοιχείου που παραχωρήθηκε.

Αν το παραληφθέν στοιχείο δεν αποτιμάται στην εύλογη αξία, το κόστος του αποτιμάται στη λογιστική αξία του παραχωρηθέντος περιουσιακού στοιχείου».

Αν στη συναλλαγή της ανταλλαγής δεν μεσολαβεί η καταβολή ενός συμπληρωματικού χρηματικού ποσού, τεκμαίρεται ότι οι εύλογες αξίες των ανταλλασσόμενων περιουσιακών στοιχείων είναι ίδιες, εκτός αν η συναλλαγή στερείται εμπορικής ουσίας. Συνήθως οι λογιστικές αξίες των ανταλλασσόμενων περιουσιακών στοιχείων διαφέρουν, τόσο μεταξύ τους όσο και από τις αντίστοιχες εύλογες αξίες. Στην περίπτωση αυτή, από τη συναλλαγή της ανταλλαγής προκύπτει αποτέλεσμα (κέρδος ή ζημία), είτε για το ένα από τα δύο μέρη είτε και για τα δύο μέρη της συναλλαγής.

Στην κρινόμενη περίπτωση μπορεί να υποστηριχθεί βάσιμα ότι η συναλλαγή δεν στερείται εμπορικής ουσίας.

Οι ιδιοκτήτες της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας, πριν από την παραλαβή των εκδοθέντων συμμετοχικών τίτλων της επωφελούμενης εταιρείας, θα αποτιμήσουν τους κατεχόμενους συμμετοχικούς τίτλους στην εισφέρουσα (διασπώμενη) εταιρεία στην εύλογη αξία τους.

Στην περίπτωση που η επωφελούμενη εταιρεία είναι μια νεοσύστατη εταιρεία (συστάθηκε για τους σκοπούς του μετασχηματισμού), η εκτιμηθείσα εύλογη αξία των καθαρών περιουσιακών στοιχείων του εισφερθέντος κλάδου ως οργανικό σύνολο αποτελεί ταυτόχρονα και το κεφάλαιό της. Επομένως, η ονομαστική αξία των εκδοθέντων συμμετοχικών τίτλων της ταυτίζεται με την εύλογη αξία τους. Δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, οι ιδιοκτήτες της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας θα παραλάβουν συμμετοχικούς τίτλους της επωφελούμενης εταιρείας, ίσης εύλογης αξίας με την πραγματική μείωση της αξίας των συμμετοχικών τους τίτλων της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας, από τη συναλλαγή αυτή της ανταλλαγής δεν προκύπτει αποτέλεσμα. Κάθε ιδιοκτήτης θα καταχωρίσει τους παραληφθέντες συμμετοχικούς τίτλους της επωφελούμενης εταιρείας με την ονομαστική (εύλογη) αξία τους και θα μειώσει ισόποσα την αξία των συμμετοχικών του τίτλων της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας.

Στην περίπτωση που η επωφελούμενη εταιρεία είναι μια ήδη λειτουργούσα εταιρεία, η εύλογη αξία των εκδοθέντων συμμετοχικών τίτλων της απαιτείται να εκτιμηθεί. Δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, οι ιδιοκτήτες της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας θα παραλάβουν συμμετοχικούς τίτλους της επωφελούμενης εταιρείας, διαφορετικής εύλογης αξίας από την πραγματική μείωση της αξίας των συμμετοχικών τους τίτλων της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας, από τη συναλλαγή αυτή της ανταλλαγής θα προκύψει αποτέλεσμα. Κάθε ιδιοκτήτης θα καταχωρίσει τους παραληφθέντες συμμετοχικούς τίτλους της επωφελούμενης εταιρείας με την εκτιμηθείσα εύλογη αξία τους και θα μειώσει την αξία των συμμετοχικών τίτλων της εισφέρουσας (διασπώμενης) εταιρείας με την πραγματοποιηθείσα μείωση της εύλογης αξίας τους και, ανεξάρτητα από τον τρόπο ταξινόμησης και λογιστικής παρακολούθησης αυτών των συμμετοχικών τίτλων στις ιδιαίτερες χρηματοοικονομικές του καταστάσεις, θα καταχωρίσει την προκύψασα διαφορά στα ίδια κεφάλαια (λοιπά συνολικά εισοδήματα).

VI. Συμπέρασμα

Ο Ν. 4601/2019 παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα εφαρμογής σε όλες τις μορφές εταιρικών μετασχηματισμών. Τα προβλήματα αυτά πρέπει να επιλυθούν με σχετική νομοθετική ρύθμιση. Χρήσιμο θα είναι στις σχετικές νομοπαρασκευαστικές επιτροπές, εκτός από νομικούς, η συμβολή των οποίων κρίνεται καθοριστική, να περιλαμβάνονται και ειδικοί εμπειρογνώμονες, οι οποίοι θα γνωρίζουν σε βάθος το εκάστοτε ρυθμιζόμενο θέμα.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Ο όρος «υπεραξία» χρησιμοποιείται στον νόμο με την έννοια «θετική διαφορά αποτίμησης». Η πραγματική έννοια του όρου αυτού είναι «η θετική διαφορά μεταξύ της εύλογης αξίας του τιμήματος που καταβάλλεται για την απόκτηση του συνόλου ή μέρους των συμμετοχικών τίτλων μιας επιχείρησης και της αναλογίας του αποκτώντος στην εύλογη αξία των καθαρών περιουσιακών στοιχείων (περιουσιακά στοιχεία μείον υποχρεώσεις) της αποκτώμενης επιχειρήσεως».

2. Στον Ν. 4172/2013, επίσης, ο όρος «υπεραξία» χρησιμοποιείται με την έννοια «θετική διαφορά αποτίμησης».