• Σήμερα είναι: Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου, 2020

Money Laundering – Ν. 3691/2008

Δημήτρης Μελάς

Oρκωτός ελεγκτής λογιστής, Partner, Grant Thornton

Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και κατά συνέπεια και των δραστηριοτήτων που συνδέονται με το οικονομικό έγκλημα και το ξέπλυμα χρήματος οδήγησαν στην ανάγκη για θέσπιση κανόνων και θεσμών από τα κράτη, για την πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες (Money Laundering).

 

Eνα σημαντικό βήμα προς αυτήν την κατεύθυνση ήταν η εναρμόνιση της Ελλάδας με τις κοινοτικές οδηγίες μέσω του Ν. 3691/2008, καθώς και η δημιουργία ανεξάρτητης αρχής, της Επιτροπής του άρθρου 7, η οποία έχει ξεκινήσει τη δραστηριότητά της από το 2009 και είναι αρμόδια για τη συγκέντρωση, τη διερεύνηση και την αξιολόγηση των πληροφοριών που διαβιβάζονται σε αυτήν από υπόχρεα πρόσωπα και άλλους δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς και αφορούν ύποπτες ή ασυνήθεις συναλλαγές ή δραστηριότητες ή επιχειρηματικές, επαγγελματικές ή συναλλακτικές σχέσεις που ενδεχομένως σχετίζονται με νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

Επίσης, με το Ν. 3691/2008 «Πρόληψη και καταστολή της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας», προέκυψαν νέες υποχρεώσεις σε ορισμένες κατηγορίες επαγγελματιών, μεταξύ των οποίων και για τις εταιρείες Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, τους ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ως φυσικά πρόσωπα και των λογιστών με μη εξαρτημένη επαγγελματική σχέση. Οι υποχρεώσεις των παραπάνω προσώπων, αναφερόμενων στο νόμο και ως «υπόχρεα πρόσωπα», είναι πριν από την έναρξη συνεργασίας με κάποιον πελάτη να εξακριβώνουν την ταυτότητά του, να συγκεντρώνουν σχετικές πληροφορίες για το επαγγελματικό προφίλ και να παρακολουθούν κατά τη διάρκεια της πελατειακής αυτής σχέσης τυχόν συναλλαγές για τις οποίες υπάρχουν ενδείξεις για ύποπτες, σύμφωνα με το νόμο, δραστηριότητες.

Σε περίπτωση που εντοπίσουν ύποπτες συναλλαγές για τον πελάτη, τα «υπόχρεα πρόσωπα» έχουν υποχρέωση, συμφώνα με το νόμο, να υποβάλουν σχετική αναφορά στην «Επιτροπή του Άρθρου 7 του Ν. 3691/2008». Σημειώνουμε ότι στην περίπτωση που διαπιστωθεί περίπτωση πλημμελούς τήρησης των υποχρεώσεων που προβλέπονται από το νόμο, οι κυρώσεις, τόσο για τα υπόχρεα φυσικά πρόσωπα όσο και για τα νομικά πρόσωπα στα οποία ανήκουν, είναι ιδιαίτερα αυστηρές. Στην συνέχεια θα αναφερθούμε σε βασικές έννοιες του νόμου, όπως και στα μέτρα επιμέλειας τα οποία θα πρέπει να υιοθετήσουν τα «υπόχρεα πρόσωπα» για αντιμετώπιση των παράνομων αυτών πρακτικών.

 

Bασικές έννοιες

Ξέπλυμα χρήματος:

Το  ξέπλυμα χρήματος μπορεί να έχει διάφορες μορφές, να περιλαμβάνει κάθε είδος οικονομικό έγκλημα ή τη διαχείριση των εσόδων που προέρχονται από τέτοιου είδους εγκλήματα. Για παράδειγμα:

– Την προσπάθεια μετατροπής χρημάτων που απορρέουν από εγκληματική δραστηριότητα σε «καθαρά» (νόμιμα) χρήματα (αυτή είναι η κλασική περίπτωση ξεπλύματος).

– Τη διαχείριση εισοδήματος που προέρχεται από εγκλήματα απληστίας, όπως κλοπή, απάτη και φοροδιαφυγή.

– Την εμπορία κλεμμένων αγαθών.

– Την άμεση εμπλοκή σε οποιοδήποτε είδος ιδιοκτησίας εγκληματία ή τρομοκράτη ή τη συμμετοχή σε διακανονισμούς που έχουν σκοπό τη διευκόλυνση ξεπλύματος ιδιοκτησίας που ανήκει σε τρομοκράτη ή εγκληματία, και

– Την περίπτωση εγκληματιών που επενδύουν τα έσοδα που προέρχονται από τις εγκληματικές τους δραστηριότητες σε όλων των ειδών τα χρηματοοικονομικά προϊόντα (μετοχές, αμοιβαία κεφάλαια, ομόλογα, ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής κ.λπ.)

 

Εγκληματικές ενέργειες

– Bασικά αδικήματα: Σύμφωνα με το νόμο, ως εγκληματικές ενέργειες ή «βασικά αδικήματα» νοούνται η διάπραξη ενός ή περισσοτέρων από τα ακόλουθα αδικήματα:

– εγκληματική οργάνωση,

– τρομοκρατικές πράξεις και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας,

– παθητική και ενεργητική δωροδοκία καθώς και δωροδοκία δικαστή,

– εμπορία ανθρώπων,

– απάτη με χρήση υπολογιστή,

– εμπόριο όπλων και ναρκωτικών,

– αρχαιοκαπηλία,

– χρήση προνομιακής πληροφόρησης ή χειραγώγηση αγοράς.

 

Κάθε άλλο αδίκημα με ποινή φυλάκισης άνω των 6 μηνών από το οποίο προκύπτει περιουσιακό όφελος. Συνεπώς, στα βασικά αδικήματα, πέραν των κακουργημάτων με βάση τον προγενέστερο Ν. 2331/1995 όπως ισχύει, προστέθηκαν και τα πλημμελήματα για τα οποία προβλέπεται ελάχιστη ποινή φυλάκισης άνω των 6 μηνών. Πλέον, στα βασικά αδικήματα περιλαμβάνονται και τα αδικήματα της φοροδιαφυγής του Ν. 2523/1997,

 

 

εφόσον έχουν τελεστεί μετά τη δημοσίευση του Ν. 3691/98, δηλαδή από 5/8/2008 και μετά, και τα οποία έχουν ως εξής:

– Παράλειψη υποβολής ή υποβολή ανακριβούς δήλωσης στη φορολογία εισοδήματος, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των € 15.000 (αδίκημα φοροδιαφυγής άρ. 17 Ν. 2523/1997)

– Η μη απόδοση στο δημόσιο του φόρου πλοίων, εφόσον το ποσό του φόρου που δεν αποδόθηκε για κάθε διαχειριστική περίοδο υπερβαίνει τα € 15.000 (αδίκημα φοροδιαφυγής άρ. 17 Ν. 2523/1997)

– Μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση ΦΠΑ και εν γένει παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, εφόσον το ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του ΦΠΑ που συμψηφίστηκε, επιστράφηκε ή δεν αποδόθηκε υπερβαίνει τα € 3.000 σε ετήσια βάση (αδίκημα φοροδιαφυγής άρ. 18 Ν. 2523/1997)

– Διαπίστωση έκδοσης ή αποδοχής εικονικών φορολογικών στοιχείων για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει τα € 3.000 (άρ. 40, Ν. 3220/2004). Σημειώνεται επίσης ότι μετά τη δημοσίευση του Ν. 3842/2010 θεσπίστηκαν νέα αδικήματα φοροδιαφυγής τα οποία περι- λαμβάνονται στα βασικά αδικήματα και τα όποια έχουν ως εξής:

– Έκδοση πλαστών και νόθευση φορολογικών στοιχείων, ανεξαρτήτως αξίας αυτών, εφόσον τα σχετικά αδικήματα τελέστηκαν από την ημερομηνία δημοσίευσης του Ν. 3842/2010, δηλαδή από 23/4/2010 και μετά.

– Μη καταβολή χρεών προς τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (ΔΟΥ) και τα τελωνεία, χρεών προς το δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, για χρέη άνω των € 120.000 (άρ. 25, παρ. 1 περ. 1, περ. γ’ του Ν. 1882/1990).

 

Χρηματοδότηση της τρομοκρατίας:

Η χρηματοδότηση της τρομοκρατίας είναι η παροχή οικονομικής βοήθειας, με νόμιμα ή παράνομα έσοδα, προς τρομοκρατικές οργανώσεις ή ατομικούς τρομοκράτες. Η τέλεση του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες προϋποθέτει την προηγούμενη τέλεση άλλου αδικήματος (π.χ. εμπορία ναρκωτικών, κλοπή), από το οποίο προέκυψαν έσοδα. Αντίθετα, το αδίκημα της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας δεν προϋποθέτει την τέλεση άλλου αδικήματος. Δύναται να τελεσθεί και με την παροχή εσόδων που προέρχονται τόσο από παράνομη όσο και από νόμιμη δραστηριότητα.

Υπόχρεα πρόσωπα:

Τα «υπόχρεα πρόσωπα» (φυσικά και νομικά πρόσωπα) για τα οποία ο Ν. 3691/2008 επιβάλλει να υιοθετήσουν μέτρα επιμέλειας για την αντιμετώπιση των παράνομων αυτών πρακτικών είναι τα ακόλουθα:

α) Τα πιστωτικά ιδρύματα

β) Οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί.

γ) Οι εταιρείες κεφαλαίου επιχειρηματικών συμμετοχών.

δ) Οι εταιρείες παροχής επιχειρηματικού κεφαλαίου.

ε) Οι ορκωτοί ελεγκτές-λογιστές, οι εταιρείες ορκωτών ελεγκτών-λογιστών, οι λογιστές που δεν συνδέονται με σχέση εξηρτημένης εργασίας και οι ιδιώτες ελεγκτές.

στ) Οι φορολογικοί ή φοροτεχνικοί σύμβουλοι και οι εταιρείες φορολογικών ή φοροτεχνικών συμβουλών.

ζ) Οι κτηματομεσίτες και οι κτηματομεσιτικές εταιρείες.

η) Οι επιχειρήσεις καζίνο, καθώς και οι επιχειρήσεις, οργανισμοί και άλλοι φορείς που διοργανώνουν ή και διεξάγουν τυχερά παιχνίδια.

θ) Οι οίκοι δημοπρασίας.

ι) Οι έμποροι αγαθών μεγάλης αξίας, όταν η σχετική συναλλαγή γίνεται σε μετρητά και η αξία της ανέρχεται τουλάχιστον σε 15.000 ευρώ, ανεξάρτητα αν αυτή διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες, μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση.

ια) Οι εκπλειστηριαστές.

ιβ) Οι ενεχυροδανειστές.

ιγ) Οι συμβολαιογράφοι και οι δικηγόροι (με την εξαίρεση κάποιων περιπτώσεων).

Αρμόδιες αρχές: Ως αρμόδιες αρχές, σύμφωνα με το νόμο, νοούνται οι δημόσιες αρχές οι οποίες εποπτεύουνγια την εφαρμογή των διατάξεων του Ν.3691/2008 τα υπόχρεα πρόσωπα.

Αρμόδιες αρχές είναι: α) η Τράπεζα της Ελλάδος, β) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, γ) η Επιτροπή Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλι- σης, δ) η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, ε) το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών (Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων), στ) η Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Τυχερών Παιχνιδιών, ζ) το Υπουργείο Δικαιοσύνης.

 

Επιτροπή του Άρθρου 7 του Ν. 3691/2008: Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 7 του νόμου, έχει συσταθεί επιτροπή με την επωνυμία «Επιτροπή καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας» (Επιτροπή του άρθρου 7 του Ν. 3691/2008) η οποία εποπτεύεται από τον υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών.

 

Δέουσα επιμέλεια ως προς τον πελάτη

Τα υπόχρεα πρόσωπα εφαρμόζουν τα μέτρα δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη στις εξής περιπτώσεις:

α) όταν συνάπτουν επιχειρηματικές σχέσεις,

β) όταν διενεργούν περιστασιακές σχέσεις που ανέρχονται στο ποσό τουλάχιστον των 15.000 ευρώ, ανεξάρτητα αν η συναλλαγή διενεργείται με μία μόνη πράξη ή με περισσότερες, μεταξύ των οποίων φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση,

γ) όταν υπάρχει υπόνοια για απόπειρα ή διάπραξη αδικημάτων που περιγράφονται στο παρόντα νόμο,

δ) όταν υπάρχουν αμφιβολίες για την ακρίβεια, την πληρότητα ή την καταλληλότητα των στοιχείων που συγκεντρώθηκαν προηγουμένως για την πιστοποίηση και επαλήθευση της ταυτότητας του πελάτη, άλλου προσώπου για λογαριασμό του οποίου ενεργεί ο πελάτης και του πραγματικού δικαιούχου ή των πραγματικών δικαιούχων του πελάτη.

 

Τα μέτρα δέουσας επιμέλειας σχετίζονται με τις διαδικασίες που ακολουθούνται προκειμένου:

– να επαληθεύεται και να πιστοποιείται η ταυτότητα του πελάτη,

– να εξετάζεται η φύση της επαγγελματικής σχέσης με αυτόν και

 

 

– να παρακολουθείται η σχέση αυτή καθ’ όλη τη διάρκεια παροχής των υπηρεσιών. Εάν ένας πελάτης δρα για λογαριασμό άλλου προσώπου, π.χ. τα κεφάλαια παρέχονται από κάποιον άλλο ή η επένδυση διακρατείται στο όνομα κάποιου άλλου, τότε υπάρχει η υποχρέωση να επιβεβαιώνεται η ταυτοποίηση και των δύο αντισυμβαλλόμενων μερών.

Εξετάζονται ιδιαίτερα οι συναλλαγές με πελάτες που προέρχονται από χώρες που χαρακτηρίζονται από την Ομάδα Χρημα- τοπιστωτικής Δράσης (Financial Action Task Force, FATF) ως μη συνεργαζόμενες χώρες.

Η εξακρίβωση της ταυτότητας των πελατών της εταιρείας, όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, πραγματοποιείται πριν την σύναψη επιχειρηματικών σχέσεων και σε κάθε περίπτωση πριν από την παροχή οποιασδήποτε υπηρεσίας. Κατά παρέκκλιση, επιτρέπεται να ολοκληρώνεται η εξακρίβωση της ταυτότητας του πελάτη μεταγενέστερα, εφόσον αυτό απαιτείται για να μη διακοπεί η ομαλή παροχή υπηρεσιών και εφόσον ο κίνδυνος νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας εκτιμάται ότι είναι μικρός. Σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο το «υπόχρεο πρόσωπο» δεν ολοκληρώσει την ανωτέρω διαδικασία, προβαίνει σε διακοπή της επιχειρηματικής σχέσης με τον πελάτη και εξετάζεται από την εταιρεία η δυνατότητα υποβολής αναφοράς στον αρμόδιο φορέα (Επιτροπή του άρθρου 7 του Ν. 3691/2008) για τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.

Το «υπόχρεο πρόσωπο» μπορεί να βασίζεται σε τρίτα μέρη για την εκπλήρωση της υποχρέωσης δέουσας επιμέλειας ως προς τον πελάτη. Τα τρίτα μέρη επιτρέπεται να είναι άλλες εταιρείες ή πιστωτικά ιδρύματα που έχουν την έδρα τους στην Ελλάδα ή σε άλλο κράτος-μέλος ή ισοδύναμα νομικά πρόσωπα που έχουν την έδρα τους σε τρίτη χώρα, εφόσον έχουν υποχρέωση από το νόμο και τηρούν τις ανωτέρω διαδικασίες αυτές.

Aπλουστευμένη δέουσα επιμέλεια: Σε περίπτωση που ο πελάτης εντάσσεται σε χαμηλή κατηγορία κινδύνου, η εταιρεία δύναται να μην εφαρμόσει τις διαδικασίες δέουσας επιμέλειας, με εξαίρεση τη συλλογή πληροφοριών για το σκοπό και τον τρόπο της συνεργασίας της με αυτόν.

Aυξημένη δέουσα επιμέλεια: Η εταιρεία εφαρμόζει αυξημένα μέτρα δέουσας επιμέλειας στις περιπτώσεις πελατών που εντάσσονται σε κατηγορία υψηλού κινδύνου.

Πραγματικός δικαιούχος – στοιχεία πιστοποίησης: Κατά την επαλήθευση και πιστοποίηση του πελάτη που είναι νομικό πρόσωπο τα υπόχρεα πρόσωπα θα πρέπει να εξετάζουν το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα στα οποία τελικά ανήκει το νομικό πρόσωπο- πελάτης ή το νομικό σχήμα ή το φυσικό πρόσωπο για λογαριασμό του οποίου διεξάγεται συναλλαγή ή δραστηριότητα. Ως «πραγματικός δικαιούχος» νοείται ιδίως:

α) το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα που ελέγχει άμεσα ή έμμεσα ποσοστό μετοχών ύψους 25%,

β) το φυσικό πρόσωπο ή τα φυσικά πρόσωπα τα οποία ασκούν κατ’ άλλον τρόπο έλεγχο στη διαχείριση της εταιρείας. Τα στοιχεία που απαιτούνται κατ’ ελάχιστο, σύμφωνα με την απόφαση υπ’ αριθμό 1051027/20340/ΔΕ-Ε (ΦΕΚ 605/7-5-2010) για την πιστοποίηση της ταυτότητας των πελατών (φυσικών και νομικών προσώπων) και τα απαιτούμενα ενδεικτικώς έγγραφα που επαληθεύουν τα στοιχεία αυτά από τα υπόχρεα πρόσωπα του Ν. 3691/2008, που εποπτεύονται από το Υπουργείο Οικονομικών (Γενική Διεύθυνση Φορολογικών Ελέγχων) κατά την εφαρμογή της δέουσας επιμέλειας, βρίσκονται στον πίνακα 1.

Φύλαξη αρχείων: Καθ’ όλη τη διάρκεια μιας επαγγελματικής σχέσης με έναν πελάτη θα πρέπει να τηρείται σχετικό αρχείο για τον πελάτη, όπου θα περιλαμβάνονται οι συμβάσεις, λοιπά στοιχεία σχετικά με τις εν λόγω συμβάσεις, καθώς και νομιμοποιητικά έγγραφα, φωτοαντίγραφα εγγράφων με βάση τα οποία έγινε η πιστοποίηση της ταυτότητας του πελάτη. Το «υπόχρεο πρόσωπο» θα πρέπει να φυλάσσει το ανωτέρω αρχείο για διάστημα τουλάχιστον πέντε ετών από τη λήξη των σχέσεών του με τον πελάτη.

« Ύποπτη συναλλαγή» και «άσυνήθης συναλλαγή ή δραστηριότητα» Ύποπτη συναλλαγή είναι η συναλλαγή ή οι συναλλαγές ή δραστηριότητες από τις οποίες εκτιμάται ότι προκύπτουν αποχρώσες ενδείξεις ή υπόνοιες για πιθανή απόπειρα ή διάπραξη των αδικημάτων του παρόντος νόμου ή για εμπλοκή του συναλλασσόμενου ή του πραγματικού δικαιούχου σε εγκληματικές δραστηριότητες, με βάση την αξιολόγηση των στοιχείων της συναλλαγής (φύση της συναλλαγής, κατηγορία χρηματοπιστω- τικού μέσου, συχνότητα, πολυπλοκότητα και ύψος της συναλλαγής, χρήση ή μη μετρητών) και του προσώπου (επάγγελμα, οικονομική επιφάνεια, συναλλακτική ή επιχειρηματική συμπεριφορά, φήμη, παρελθόν, επίπεδο διαφάνειας του νομικού προσώπου-πελάτη, άλλα σημαντικά χαρακτηριστικά).

Ασυνήθης συναλλαγή ή δραστηριότητα είναι η συναλλαγή ή οι συναλλαγές ή δραστηριότητες που δεν συνάδουν με τη συναλλακτική, επιχειρηματική ή επαγγελματική συμπεριφορά του συναλλασσομένου ή του πραγματικού δικαιούχου ή με την οικονομική τους επιφάνεια ή που δεν έχουν προφανή σκοπό ή κίνητρο οικονομικής, επαγγελματικής ή προσωπικής φύσεως.

Παρακάτω αναφέρουμε ενδεικτικές περιπτώσεις που ενδέχεται να υποκρύπτουν ύποπτη ή ασυνήθη συναλλαγή του συ- ναλλασσόμενου ή του πραγματικού δικαιούχου:

– Αδικαιολόγητη καθυστέρηση του πελάτη να προσκομίσει τα νομιμοποιητικά και λοιπά έγγραφα που είναι απαραίτητα για την ταυτοποίηση του νομικού προσώπου.

– Φήμες και ειδήσεις που αφορούν τον πελάτη ή συνδεδεμένα με αυτόν πρόσω- πα και τον συνδέουν με εγκληματικές και ποινικά κολάσιμες δραστηριότητες.

– Ύπαρξη λογαριασμού σε υποκατάστημα τράπεζας στο όνομα πελάτη, φυσικού προσώπου, του οποίου η κατοικία ή ο τόπος εργασίας, ή νομικού προσώπου του οποίου η έδρα δεν είναι στο εύρος των γεωγραφικών περιοχών που δραστηριοποιείται ο πελάτης.

– Πελάτης που έχει επαγγελματικές σχέσεις ή προέρχεται ή εδρεύει ή έχει τραπεζικό λογαριασμό σε χώρες παραγωγής ή διακίνησης ναρκωτικών.

– Κίνηση λογαριασμών με μεγάλα ποσά που τηρούνται στο όνομα εξωχώριων εταιρειών (offshore companies).

– Σημαντική και αιφνίδια αύξηση επιχειρηματικών συναλλαγών του πελάτη.

– Πληρωμή μεγάλων ποσών σε μετρητά ή επιταγές.

– Μη επίδειξη ευλόγου ενδιαφέροντος από τον πελάτη για τους οικονομικούς όρους της συναλλαγής.

– Άρνηση του πελάτη να έχει προσωπικές επαφές με το υπόχρεο πρόσωπο.

 

Αξιολόγηση κινδύνου πελατών

Τα υπόχρεα πρόσωπα οφείλουν να αξιολογούν τους πελάτες τους και να τους κατατάσσουν σε τρεις κατηγορίες κινδύνου (χαμηλός, μεσαίος, υψηλός), όπου δύνανται να κατατάσσονται οι πελάτες, καθώς και ο βαθμός δέουσας επιμέλειας που θα πρέπει εφαρμόζεται από τα υπόχρεα πρόσωπα ανάλογα με την κατηγοριοποίηση αυτή (πίνακας 2).

Κυρώσεις

Οι κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο για τον υπαίτιο τέλεσης (ή απόπειρας τέλεσης) των αδικημάτων της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της εταιρείας είναι ιδιαίτερα βαριές. Ενδεικτικά: Προκειμένου για φυσικά πρόσωπα οι κυρώσεις μπορεί είναι

α) αστικές (π.χ. αποζημίωση) και

β) ποινικές (π.χ. κάθειρξη, δήμευση περιουσιακών στοιχείων). Προκειμένου για νομικά πρόσωπά οι κυρώσεις είναι διοικητικές (π.χ. πρόστιμο, αναστολή/ανάκληση άδειας λειτουργίας εταιρείας).

Κυρώσεις, όμως, προβλέπονται στο νόμο και στις περιπτώσεις που «υπόχρεα πρόσωπα» παραβαίνουν την υποχρέωση λήψης και εφαρμογής μέτρων επιμέλειας ως προς τους πελάτες τους. Στην περίπτωση αυτή, κυρώσεις επιβάλλονται τόσο στο «υπόχρεο νομικό πρόσωπο» (πρόστιμο κατά της εταιρείας, κατά των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, του διευθύνοντος συμβούλου, απαγόρευση της άσκησης ορισμένων δραστηριοτήτων ή η ανάκληση της λειτουργίας της εταιρείας) όσο και στα υπαίτια «υπόχρεα φυσικά πρόσωπα» (πρόστιμο, φυλάκιση μέχρι 2 ετών, απομάκρυνση από τη θέση τους, απαγόρευση ανάληψης δραστηριό- τητας).

Εχεμύθεια: Όλα τα στελέχη και το προσωπικό του «υπόχρεου νομικού προσώπου» οφείλουν να τηρούν εχεμύθεια αναφορικά με την εξέταση ύποπτων συναλλαγών. Δεν επιτρέπεται να γνωστοποιήσουν στον εμπλεκόμενο πελάτη ή τρίτους ότι διεξάγεται ή ενδέχεται να διεξαχθεί έρευνα για ύποπτη ή ασυνήθη συναλλαγή. Παραβίαση του καθήκοντος εχεμύθειας απειλείται με ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή (άρ. 31 του Ν. 3691/2008).

Χρήσιμες ιστοσελίδες: www.hellenic-fiu.gr Είναι η ιστοσελίδα της Επιτροπής καταπολέμησης της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας (άρ. 7 Ν. 3691/2008). Μεταξύ των άλλων περιλαμβάνονται τυπολογία ύποπτων συναλλαγών ανά κλάδο δραστηριότητας και υποδείγματα αναφορών. www.fatf-gafi.org Είναι η ιστοσελίδα της Ομάδα Χρηματοπιστωτικής Δράσης (Financial Action Task Force, FATF), με πληροφορίες, μεταξύ άλλων, για χώρες υψηλού κινδύνου για την νομιμοποίηση παράνομου χρήματος ή τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας που έχουν χαρακτηριστεί ως «μη συνεργαζόμενες».