• Σήμερα είναι: Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου, 2020

Oι συμβάσεις με συνδεδεμένα μέρη

Θεόδωρος Σ. Αντωνάκης
ΟΕΛ, Partner, μέλος Δ.Σ. ΣΟΛ Crowe

Γεώργιος Ε. Σγουράκης
ΟΕΛ ΣΟΛ Crowe

Ένα από τα πρώτα νομοθετήματα του περασμένου αιώνα, ο ιστορικός Κ.Ν. 2190/1920, διάγει προς τον τερματισμό της ύπαρξής του με την άφιξη του έτους 2019. Μετά και την κατάργηση των διατάξεων περί μετατροπών, συγχωνεύσεων και διασπάσεων των Α.Ε., ο Κ.Ν. 2190/1920 θα εφαρμόζεται, έπειτα από σχεδόν 100 χρόνια ισχύος, μόνο στις περιπτώσεις που ορίζονται στις μεταβατικές διατάξεις του Ν. 4548/2018. Από 1.1.2019 ισχύει ο νέος νόμος για τις Α.Ε. (Ν. 4548/2018), ο οποίος αποτελεί μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού και εκμοντερνισμού του ελληνικού εταιρικού δικαίου, στο πλαίσιο των μνημονιακών δεσμεύσεων της χώρας1. Η αλλαγή αυτή προτιμήθηκε να γίνει με ένα νέο νομοθετικό κείμενο και όχι με μια εκ νέου τροποποίηση του υπάρχοντος Κ.Ν. 2190/1920.

Ένα από τα ζητήματα που αφορούν τους χρήστες των χρηματοοικονομικών καταστάσεων είναι και οι συναλλαγές της Α.Ε. με τα συνδεδεμένα μέρη. Τα θέματα που αφορούν τις συναλλαγές της Α.Ε. με τα συνδεδεμένα μέρη αναλύονται μέσω μιας συνοπτικής παρουσίασης των διατάξεων των άρθρων 99, 100 και 101 του Ν. 4548/2018, με αναφορές και στις αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 23α του Κ.Ν. 2190/1920. Δέον να σημειωθεί ότι η παρούσα μελέτη διερευνά το θέμα των συναλλαγών της Α.Ε. με τα συνδεδεμένα φυσικά πρόσωπα και οντότητες καθαρά από τη σκοπιά του εταιρικού δικαίου και δεν υπεισέρχεται σε τυχόν φορολογικές προεκτάσεις.

Ο Ν. 4548/2018 επιφέρει ορισμένες αλλαγές στο ζήτημα των συναλλαγών της Α.Ε. με τα συνδεδεμένα μέρη, σε σχέση με τις προϊσχύουσες διατάξεις. Πρόκειται ουσιαστικά για ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο του άρθρου 9γ της Οδηγίας 2007/36 της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως τροποποιήθηκε με την 2017/828 αντίστοιχη Οδηγία, η οποία καθορίζει προϋποθέσεις για την άσκηση ορισμένων δικαιωμάτων των μετόχων που κατέχουν δικαίωμα ψήφου σε Γενικές Συνελεύσεις εταιρειών που έχουν την καταστατική έδρα τους σε κράτος μέλος και οι μετοχές των οποίων έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά εγκατεστημένη ή λειτουργούσα σε κράτος μέλος. Παρόλο που η Οδηγία 2007/36 έχει καταρχάς εφαρμογή σε εταιρείες δημοσίου ενδιαφέροντος, εντούτοις το νέο ελληνικό εταιρικό δίκαιο υιοθετεί στοιχεία της Οδηγίας, τα οποία έχουν εφαρμογή και σε Α.Ε. οι οποίες δεν είναι δημοσίου ενδιαφέροντος.

Παρουσίαση των διατάξεων του Ν. 4548/2018 για τις συναλλαγές με τα συνδεδεμένα μέρη

▪ Γενικό πλαίσιο

Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου 99 του νέου νόμου ορίζεται ότι απαγορεύεται και είναι άκυρη η σύναψη οποιωνδήποτε συμβάσεων της εταιρείας με συνδεδεμένα πρόσωπα, καθώς και η παροχή ασφαλειών και εγγυήσεων προς τρίτους υπέρ των προσώπων αυτών, χωρίς ειδική άδεια παρεχόμενη με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ή υπό προϋποθέσεις της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων. Η δυνατότητα του καθορισμού των σημαντικών συναλλαγών παρέχεται στα κράτη μέλη από την ίδια την Οδηγία 2007/36, όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2018/828.

Στην παράγραφο 2 του άρθρου 99 του Ν. 4548/2018 ορίζονται μέσω παραπομπών τα συνδεδεμένα μέρη, τα οποία είναι:

(α) Επί εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, τα πρόσωπα που ορίζονται ως συνδεδεμένα με αυτήν κατά το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 24, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από αυτά, σύμφωνα με το Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 27.

(β) Ως προς τις λοιπές εταιρείες, τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τα πρόσωπα που ελέγχουν την εταιρεία, τα στενά μέλη οικογένειας των προσώπων αυτών, όπως αυτά ορίζονται στο Παράρτημα Α‘ του Ν. 4308/2014, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους παραπάνω. Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ελέγχει την εταιρεία, αν συντρέχει μία από τις περιπτώσεις του άρθρου 32 του Ν. 4308/20142 περί ενοποίησης.

(γ) Τα πρόσωπα, ως προς τα οποία έχει επεκταθεί με καταστατική πρόβλεψη η εφαρμογή του παρόντος άρθρου και των άρθρων 100 και 101 και, ιδίως, τους γενικούς διευθυντές και τους διευθυντές της εταιρείας.

Σύμφωνα με τον ορισμό του ΔΛΠ 24, επί εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, ως συνδεδεμένο μέρος νοείται πρόσωπο ή οντότητα που συνδέεται με την οντότητα η οποία καταρτίζει οικονομικές καταστάσεις (στο πρότυπο αναφέρεται ως η «αναφέρουσα οντότητα»).

α. Ένα πρόσωπο ή μέλος του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του προσώπου αυτού συνδέεται με αναφέρουσα οντότητα εάν το εν λόγω πρόσωπο:

(i) έχει τον έλεγχο ή τον από κοινού έλεγχο στην αναφέρουσα οντότητα,

(ii) έχει σημαντική επιρροή στην αναφέρουσα οντότητα ή

(iii) κατέχει καίρια διοικητική θέση στην αναφέρουσα οντότητα ή σε μητρική της αναφέρουσας οντότητας.

β. Η οντότητα συνδέεται με αναφέρουσα οντότητα εφόσον συντρέχει οιαδήποτε των κατωτέρω προϋποθέσεων:

(i) Η οντότητα και η αναφέρουσα οντότητα ανήκουν στον ίδιο όμιλο (που σημαίνει ότι οι μητρικές, θυγατρικές και αδελφές θυγατρικές συνδέονται μεταξύ τους).

(ii) Μια οντότητα είναι συγγενής ή κοινή επιχείρηση της άλλης οντότητας (ή συγγενής ή κοινή επιχείρηση μέλους ενός ομίλου στον οποίον ανήκει ή άλλη οντότητα).

(iii) Αμφότερες οι οντότητες είναι κοινές επιχειρήσεις του ιδίου τρίτου μέρους.

(iv) Μια οντότητα είναι κοινή επιχείρηση τρίτης οντότητας και η άλλη οντότητα είναι συγγενής με την τρίτη οντότητα.

(v) Η οντότητα είναι πρόγραμμα παροχών μετά την έξοδο από την υπηρεσία προς όφελος των εργαζομένων είτε της αναφέρουσας οντότητας είτε οντότητας που συνδέεται με την αναφέρουσα οντότητα. Εάν η αναφέρουσα οντότητα είναι η ίδια τέτοιου είδους πρόγραμμα, οι χρηματοδότες εργοδότες συνδέονται και αυτοί με την αναφέρουσα οντότητα.

(vi) Η οντότητα ελέγχεται ή ελέγχεται από κοινού από πρόσωπο σύμφωνα με το σημείο (α) ανωτέρω.

(vii) Ένα πρόσωπο σύμφωνα με το ανωτέρω σημείο (α) στοιχείο (i) έχει σημαντική επιρροή στην οντότητα ή κατέχει καίρια διοικητική θέση στην οντότητα (ή σε μητρική της οντότητας).

Μέλη του στενού οικογενειακού περιβάλλοντος του ατόμου είναι τα μέλη εκείνα της οικογενείας τα οποία μπορεί να αναμένεται ότι επηρεάζουν, ή επηρεάζονται από, το πρόσωπο αυτό στις σχέσεις τους με την οικονομική οντότητα και περιλαμβάνουν:

(α) τα τέκνα και την/τον σύζυγο του εν λόγω προσώπου ή το άτομο με το οποίο συζεί,

(β) τα τέκνα της/του συζύγου του εν λόγω προσώπου ή του ατόμου με το οποίο συζεί, και

(γ) τα συντηρούμενα από αυτό ή από την/τον σύζυγό του ή από το άτομο με το οποίο συζεί πρόσωπα.

Για τις Α.Ε. οι μετοχές των οποίων δεν είναι εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, ως συνδεδεμένα μέρη νοούνται τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, τα πρόσωπα που ελέγχουν την εταιρεία, τα στενά μέλη οικογένειας των προσώπων αυτών, καθώς και τα νομικά πρόσωπα που ελέγχονται από τους παραπάνω κατά τις διατάξεις του άρθρου 32 του Ν. 4308/2014.

Ειδικότερα, στο Παράρτημα Α’ του Ν. 4308/2014 ως στενό μέλος οικογένειας (close family member) ενός προσώπου νοείται το μέλος της οικογένειάς του, που μπορεί να αναμένεται ότι επηρεάζει ή επηρεάζεται από το πρόσωπο αυτό κατά την ενασχόλησή του με την οντότητα.

Στην έννοια του στενού μέλους οικογένειας περιλαμβάνονται:

1. Ο/η σύζυγος ή ο/η σύντροφος με τον/την οποίο/α συγκατοικεί το πρόσωπο.

2. Τα εξαρτώμενα μέλη, συμπεριλαμβανομένων ανιόντων ή κατιόντων συγγενών, του προσώπου ή του/της συζύγου του/της ή του/της συντρόφου του/της, με τον/την οποίο/α συγκατοικεί το πρόσωπο.

Το καταστατικό της εταιρείας δύναται να επεκτείνει το εύρος των προσώπων για τα οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 99-101.

Εξαιρέσεις στην απαγόρευση

Αρχικά, λοιπόν, ο νέος νόμος θέτει μια ενική απαγόρευση επί ποινή ακυρότητας των πάσης φύσεως συμβάσεων μεταξύ Α.Ε. και συνδεδεμένων μερών χωρίς την άδεια του Διοικητικού Συμβουλίου και υπό προϋποθέσεις της Γενικής Συνέλευσης, για να εισάγει στην παράγραφο 3 του άρθρου 99 ορισμένες εξαιρέσεις από την ανωτέρω γενική απαγόρευση, σύμφωνα και με την παρ. 6 του άρθρου 9γ της Οδηγίας.

Οι εξαιρέσεις αυτές είναι:

(α) Πράξεις που δεν εξέρχονται των ορίων των τρεχουσών συναλλαγών της εταιρείας με τα συνδεδεμένα πρόσωπα. Ως τρέχουσες συναλλαγές νοούνται εκείνες που είναι συνήθεις σε σχέση με τις εργασίες και το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας, ως προς το είδος και το μέγεθός τους, και συνάπτονται με τους συνήθεις όρους της αγοράς. Επί εταιρείας με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, το Διοικητικό Συμβούλιο θεσπίζει εσωτερική διαδικασία για την περιοδική αξιολόγηση του κατά πόσον πληρούνται οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Τα συνδεδεμένα πρόσωπα δεν συμμετέχουν στην αξιολόγηση αυτή.

(β) Συμβάσεις που αφορούν τις αποδοχές των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας, του γενικού διευθυντή και του τυχόν αναπληρωτή του, καθώς και των διοικητικών στελεχών της, όπως αυτά ορίζονται στο Διεθνές Λογιστικό Πρότυπο 24, ως προς τις οποίες εφαρμόζονται οι ειδικότερες διατάξεις των άρθρων 109 έως 114 του Ν. 4548/2018.

(γ) Συμβάσεις που συνήφθησαν από πιστωτικά ιδρύματα βάσει μέτρων που αποσκοπούν στη διαφύλαξη της σταθερότητάς τους, κατόπιν έγκρισης της αρμόδιας αρχής που είναι υπεύθυνη για την προληπτική εποπτεία.

(δ) Συμβάσεις της εταιρείας με τους μετόχους της, εφόσον η δυνατότητα κατάρτισης προσφέρεται σε όλους τους μετόχους της εταιρείας, με τους ίδιους όρους, και διασφαλίζεται η ίση μεταχείριση όλων των μετόχων και η προστασία των συμφερόντων της εταιρείας.

(ε) Συμβάσεις της εταιρείας με 100% θυγατρική της ή θυγατρική στην οποία δεν μετέχει κανένα πρόσωπο συνδεδεμένο, ή συμβάσεις παροχής ασφαλειών ή εγγυήσεων υπέρ αυτών.

(στ) Συμβάσεις της εταιρείας με θυγατρική ή ασφάλειες ή εγγυήσεις υπέρ θυγατρικής, οι οποίες συνάπτονται ή παρέχονται προς το συμφέρον της εταιρείας, της θυγατρικής της και των μετόχων τους που δεν είναι συνδεδεμένα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας, ή από τις οποίες δεν κινδυνεύουν τα συμφέροντα τούτων. Στην περίπτωση αυτή συντάσσεται έκθεση από τα πρόσωπα της παραγράφου 1 του άρθρου 1013, η οποία αξιολογεί κατά πόσον υπάρχει επαρκής προστασία των συμφερόντων αυτών. Αναφορά στο περιεχόμενο της έκθεσης γίνεται στο Προσάρτημα, σύμφωνα με την παράγραφο 31 του άρθρου 29 του Ν. 4308/2014. Τα προηγούμενα δύο εδάφια δεν εφαρμόζονται σε εταιρείες με μετοχές μη εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά.

(ζ) Συναλλαγές που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 194.

Συναλλαγές ως προς τις οποίες ο νόμος προϋποθέτει έγκριση από τη Γενική Συνέλευση κι εφόσον οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις αντιμετωπίζουν ειδικώς και προστατεύουν επαρκώς τη δίκαιη μεταχείριση όλων των μετόχων, των συμφερόντων της εταιρείας και των μετόχων που δεν αποτελούν συνδεδεμένα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρ. 1 του άρθρου 99, σύμφωνα με την παρ. 4 του ίδιου άρθρου. Πρόκειται για συναλλαγές για τις οποίες έχει αναπτυχθεί ένα εξειδικευμένο σύστημα προστασίας των συμφερόντων των μετόχων. Παραδείγματα τέτοιων συναλλαγών είναι, ενδεικτικά, οι εταιρικοί μετασχηματισμοί, οι αυξήσεις ή οι μειώσεις κεφαλαίου, η απόκτηση ιδίων μετοχών κ.ά.

Στο ίδιο μήκος κύματος με το ενωσιακό δίκαιο και το αντίστοιχο εθνικό εξαιρεί συναλλαγές που πραγματοποιούνται στο πλαίσιο της συνήθους επιχειρηματικής δραστηριότητας και συνάπτονται υπό τους συνήθεις όρους της αγοράς από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 99-101

Σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 99 του Ν. 4548/2018, σύμβαση της εταιρείας με συνδεδεμένο μέρος δεν είναι συνήθης ως προς το μέγεθός της, αν η αξία της αποτιμάται τουλάχιστον σε 10% του ενεργητικού της εταιρείας, σύμφωνα με τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό και, αν τέτοιος δεν υπάρχει, σύμφωνα με ισολογισμό που συντάσσεται προς τον σκοπό αυτό. Επί εταιρείας με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, η υπέρβαση του ποσοστού αυτού αποκλείει τον χαρακτηρισμό της συναλλαγής ως τρέχουσας, κατά την έννοια της παραγράφου 3 περίπτωση α‘ του παρόντος άρθρου. Για τον υπολογισμό του ανωτέρω ποσοτικού ορίου λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους αθροιστικά οι συναλλαγές που ολοκληρώθηκαν με το συνδεδεμένο μέρος ή άλλο πρόσωπο άμεσα ή έμμεσα ελεγχόμενο από αυτό, κατά το ίδιο οικονομικό έτος.

Πρόκειται δηλαδή για τις γνωστές και από τον Κ.Ν. 2190/1920 τρέχουσες συναλλαγές, οι οποίες στον Ν. 4548/2018 ορίζονται ποιοτικά (είναι συνήθεις σε σχέση με τις εργασίες και το αντικείμενο της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρείας, ως προς το είδος και το μέγεθός τους και συνάπτονται με τους συνήθεις όρους της αγοράς) και ποσοτικά (αν η αξία της δεν υπερβαίνει το 10% του ενεργητικού της εταιρείας, σύμφωνα με τον τελευταίο δημοσιευμένο ισολογισμό).

Άδεια για την κατάρτιση συναλλαγής

Οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας για την κατάρτιση συναλλαγής με συνδεδεμένο μέρος ή παροχής ασφαλειών και εγγυήσεων προς τρίτους υπέρ του συνδεδεμένου μέρους ρυθμίζονται στο άρθρο 100 του Ν. 4548/2018. Η παράγραφος 1 του άρθρου 100 ορίζει ότι η άδεια παρέχεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, η οποία ισχύει για έξι μήνες, ενώ για επαναλαμβανόμενες συμβάσεις με το ίδιο πρόσωπο παρέχεται η δυνατότητα ενιαίας άδειας με ισχύ ενός έτους.

Το Διοικητικό Συμβούλιο δεν μπορεί να αναθέσει σε άλλα πρόσωπα την αρμοδιότητα για τη χορήγηση της άδειας κατάρτισης συναλλαγής με συνδεδεμένο μέρος, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 100. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημανθεί ότι η ευρωπαϊκή Οδηγία 2017/828 δεν φαίνεται να απαγορεύει την ανάθεση της αρμοδιότητας από το Διοικητικό Συμβούλιο («Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι οι σημαντικές συναλλαγές με συνδεδεμένα μέρη έχουν εγκριθεί από τη γενική συνέλευση ή από το διοικητικό ή το εποπτικό όργανο της εταιρείας»).

Η άδεια για την κατάρτιση συναλλαγής με συνδεδεμένο μέρος παρέχεται από τη Γενική Συνέλευση σε δύο περιπτώσεις:

α) Εάν, λόγω της σύγκρουσης συμφερόντων, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου αποκλείονται από την ψηφοφορία και τα υπόλοιπα μέλη δεν αρκούν για τον σχηματισμό απαρτίας (άρθρο 97 Ν. 4548/2018). Όσον αφορά τις διατάξεις περί απαρτίας του Διοικητικού Συμβουλίου, το άρθρο 92 του Ν. 4548/2018 δεν διαφέρει ουσιωδώς από το άρθρο 21 του Κ.Ν. 2190/1920. Το Διοικητικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει εγκύρως όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτό το ήμισυ πλέον ενός των συμβούλων, ουδέποτε όμως ο αριθμός των παρόντων ή αντιπροσωπευόμενων συμβούλων μπορεί να είναι μικρότερος των τριών (3).

β) Εάν αυτό ζητηθεί από μετόχους που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του κεφαλαίου. Το καταστατικό μπορεί να μειώσει το ποσοστό αυτό μέχρι το 1% του κεφαλαίου. Το ανωτέρω δικαίωμα μπορεί να ασκηθεί εντός 10 ημερών από τη δημοσίευση της ανακοίνωσης της χορήγησης άδειας από το Διοικητικό Συμβούλιο.

Η σύμβαση με συνδεδεμένο μέρος ή η παροχή εγγύησης ή ασφάλειας, για την οποία χορηγήθηκε άδεια από το Διοικητικό Συμβούλιο, θεωρείται οριστικά έγκυρη μόνο μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας των δέκα (10) ημερών ή τη λήψη της άδειας από τη Γενική Συνέλευση ή την έγγραφη δήλωση του συνόλου των μετόχων προς την εταιρεία ότι δεν προτίθενται να ζητήσουν τη σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης.

Εάν, μέχρι να χορηγηθεί η άδεια από τη Γενική Συνέλευση, έχει ήδη συναφθεί σύμβαση, τότε η χορήγηση της άδειας από τη Γενική Συνέλευση ματαιώνεται, αν αντιταχθούν σε αυτήν μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου. Το ποσοστό αυτό μπορεί να μειωθεί με καταστατική πρόβλεψη μέχρι το 1% του κεφαλαίου.

Εάν η συναλλαγή αφορά μέτοχο της εταιρείας (παρ. 5, άρθρο 100, Ν. 4548/2018), ο συγκεκριμένος μέτοχος και τα συνδεδεμένα με αυτόν πρόσωπα δεν μετέχουν στην ψηφοφορία της Γενικής Συνέλευσης και δεν υπολογίζονται για τον σχηματισμό της απαρτίας και της πλειοψηφίας. Σύμφωνα με το άρθρο 130 του Ν. 4548/2018, η Γενική Συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει έγκυρα επί των θεμάτων της ημερήσιας διάταξης όταν παρίστανται ή αντιπροσωπεύονται σε αυτήν μέτοχοι εκπροσωπούντες το ένα πέμπτο (1/5) τουλάχιστον του καταβεβλημένου κεφαλαίου. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με την απόλυτη πλειοψηφία των εκπροσωπούμενων στη Γενική Συνέλευση ψήφων. Επομένως, όσον αφορά το θέμα της απλής απαρτίας και πλειοψηφίας, οι διατάξεις του Ν. 4548/2018 δεν διαφέρουν σημαντικά από τις προϊσχύουσες διατάξεις των άρθρων 29 και 31 του Κ.Ν. 2190/1920

Ο περιορισμός της παραγράφου 5 δεν εφαρμόζεται:

(α) σε εταιρείες με μετοχές μη εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά και

(β) σε εταιρείες με εισηγμένες μετοχές, αν η άδεια του Διοικητικού Συμβουλίου δόθηκε με τη συμφωνία της πλειοψηφίας των ανεξάρτητων μελών τούτου.

Η ανωτέρω παράγραφος 5 τροποποιήθηκε με την παράγραφο 7 του άρθρου 49 του Ν. 4587/2018, προκειμένου να απαλυνθούν οι συνέπειες της πλήρους απαγόρευσης ψήφου του μετόχου που πρόκειται να συμμετάσχει στη Γενική Συνέλευση για παροχή άδειας συναλλαγής της εταιρείας με συνδεδεμένο μέρος, αν αποτελεί ο ίδιος συνδεδεμένο μέρος. Η Οδηγία 2017/828 προβλέπει μεν ότι στην περίπτωση αυτή ο μέτοχος δεν διαθέτει δικαίωμα ψήφου, επιτρέπει όμως την πρόβλεψη ενδιάμεσων λύσεων, αν προστατεύονται παράλληλα τα συμφέροντα της μειοψηφίας. Με δεδομένο ότι η αφαίρεση της ψήφου ισχύει κατά την Οδηγία μόνο για εισηγμένες εταιρείες, κρίθηκε σκόπιμο να μην ισχύει η απαγόρευση στις μη εισηγμένες, ενώ για τις εισηγμένες προκρίνεται ενδιάμεσο σύστημα, όπου το δικαίωμα ψήφου διατηρείται στη συνέλευση με την προϋπόθεση ότι τα ανεξάρτητα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου έχουν συμφωνήσει κατά πλειοψηφία στην παροχή της άδειας.

Σε κάθε περίπτωση, η χορήγηση της άδειας από τη Γενική Συνέλευση ματαιώνεται, αν αντιταχθούν σε αυτήν μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα τρίτο (1/3) του εκπροσωπούμενου στη συνέλευση κεφαλαίου. Αντίστοιχη διάταξη υπήρχε και στο άρθρο 23α του Κ.Ν. 2190/1920.

Σε περίπτωση που η άδεια δόθηκε από τη Γενική Συνέλευση, τυχόν τροποποιήσεις της σύμβασης μπορούν να γίνουν με άδεια του Διοικητικού Συμβουλίου, εκτός αν η Γενική Συνέλευση επιφυλάχθηκε να παρέχει η ίδια την άδεια και σε αυτές.

Αυτονόητο είναι ότι σε περίπτωση μονομελούς διοικητικού οργάνου, η Γενική Συνέλευση είναι η μόνη αρμόδια για τη χορήγηση άδειας για τη διενέργεια συναλλαγής μεταξύ της Α.Ε. και του συμβούλου-διαχειριστή, σύμφωνα με το άρθρο 115 του Ν. 4548/2018.

▪ Δημοσιότητα των συναλλαγών

Το άρθρο 101 του Ν. 4548/2018 ρυθμίζει τα θέματα δημοσιότητας των συναλλαγών με συνδεδεμένα μέρη. Το Διοικητικό Συμβούλιο ανακοινώνει την παροχή άδειας για την κατάρτιση συναλλαγής είτε από το ίδιο είτε από τη Γενική Συνέλευση, καθώς και την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας του δεκαημέρου, εντός του οποίου μέτοχοι που εκπροσωπούν το ένα εικοστό (1/20) του κεφαλαίου μπορούν να ζητήσουν η άδεια για την κατάρτιση της συναλλαγής να δοθεί από τη Γενική Συνέλευση. Η ανακοίνωση αυτή υποβάλλεται σε δημοσιότητα πριν από την ολοκλήρωση της συναλλαγής.

Η ανακοίνωση του Διοικητικού Συμβουλίου περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον:

(α) στοιχεία ως προς τη φύση της σχέσης της εταιρείας με το συνδεδεμένο μέρος,

(β) την ημερομηνία και την αξία της συναλλαγής,

(γ) κάθε άλλη πληροφορία που είναι αναγκαία για να αξιολογηθεί κατά πόσον η συναλλαγή είναι δίκαιη και εύλογη για την εταιρεία και τα πρόσωπα που δεν αποτελούν συνδεδεμένο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας.

Ειδικά για εταιρείες με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά, η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ή της Γενικής Συνέλευσης θα πρέπει να λαμβάνεται με βάση έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας ή άλλου ανεξάρτητου προς την εταιρεία τρίτου μέρους, η οποία αξιολογεί κατά πόσον η συναλλαγή είναι δίκαιη και εύλογη για την εταιρεία και τους μετόχους που δεν αποτελούν συνδεδεμένο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας της εταιρείας, και εξηγεί τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται αυτή, μαζί με τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν. Ανάλογη έκθεση απαιτείται και στις συμβάσεις της εισηγμένης εταιρείας με θυγατρική ή ασφάλειες ή εγγυήσεις υπέρ θυγατρικής.

Όπως ίσχυε και επί Κ.Ν. 2190/1920, συμβάσεις που συνάπτονται μεταξύ του μοναδικού μετόχου και της εταιρείας, εξαιρουμένων των τρεχουσών συναλλαγών, καταχωρίζονται στα πρακτικά της Γενικής Συνέλευσης ή του Διοικητικού Συμβουλίου ή καταρτίζονται εγγράφως με ποινή ακυρότητας.

Βασικές διαφοροποιήσεις

Συγκριτικά με τις προϊσχύουσες διατάξεις του άρθρου 23α του Κ.Ν. 2190/1920, οι ουσιώδεις διαφορές που επιφέρει ο νέος νόμος στην αντιμετώπιση των συναλλαγών της Α.Ε. με συνδεδεμένα μέρη είναι τρεις:

– Η εξουσία που δίδεται στο Διοικητικό Συμβούλιο να εγκρίνει καταρχάς τις συναλλαγές με τα συνδεδεμένα μέρη (εξουσία που είχε μόνο η Γ.Σ. στον Κ.Ν. 2190/1920).

Η ενιαία αντιμετώπιση όλων των συμβάσεων, ενώ στο προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο υπήρχε η διάκριση των «δανείων και πιστώσεων» από τη μια και των «άλλων συμβάσεων» από την άλλη. Το άρθρο 23α του Κ.Ν. 2190/1920 προέβλεπε την απόλυτη ακυρότητα των συμβάσεων που αφορούν δάνεια ή πιστώσεις, ενώ για τις άλλες συμβάσεις η ακυρότητα θεραπευόταν κατόπιν ειδικής άδειας της Γενικής Συνέλευσης. Ο Ν. 4548/2018, από την άλλη, αντιμετωπίζει όλες τις συμβάσεις με τον ίδιο τρόπο.

– Η υποχρέωση των εταιρειών με μετοχές εισηγμένες σε ρυθμιζόμενη αγορά σε λήψη έκθεσης ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας ή άλλου ανεξάρτητου προς την εταιρεία τρίτου μέρους, η οποία αξιολογεί κατά πόσον η συναλλαγή είναι δίκαιη και εύλογη για την εταιρεία και τους μετόχους που δεν αποτελούν συνδεδεμένο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας της εταιρείας, και εξηγεί τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται αυτή, μαζί με τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν και η οποία προηγείται της λήψης απόφασης για χορήγηση άδειας κατάρτισης συναλλαγής με συνδεδεμένο μέρος.

Επίλογος

Σύμφωνα με τις μεταβατικές διατάξεις του Ν. 4548/2018, τα άρθρα 99 έως 101 εφαρμόζονται σε συμβάσεις που συνάπτονται από 1.1.2019 και μετά.

Ένα ζήτημα που γεννάται σχετικά με τη χορήγηση της άδειας έχει να κάνει με το εάν η Γενική Συνέλευση δύναται να χορηγήσει άδεια για κατάρτιση συναλλαγής με συνδεδεμένο μέρος, την οποία το Διοικητικό Συμβούλιο αρνήθηκε5.

Επιπρόσθετα, θα πρέπει να επισημανθούν δύο σημεία σχετικά με τις συναλλαγές της εταιρείας με τα συνδεδεμένα μέρη.

Πρώτον, η απόφαση του εθνικού νομοθέτη να επεκτείνει το πλαίσιο που διέπει τις συναλλαγές της Α.Ε. με τα συνδεδεμένα μέρη και στις μη εισηγμένες εταιρείες, παρόλο που οι Οδηγίες 2017/828 και 2007/36 αφορούν μόνον τις εισηγμένες εταιρείες. Έτσι και στις μικρές, οικογενειακές Α.Ε. για την κατάρτιση τέτοιου τύπου συναλλαγής απαιτείται απόφαση Γενικής Συνέλευσης και κατ’ επέκταση μια σειρά ενεργειών που απαιτούν χρόνο και πόρους (διαδικασίες σύγκλησης, δημοσιότητα κ.λπ.)

Δεύτερον, τόσο το ενωσιακό όσο και το εθνικό δίκαιο φαίνεται να περιορίζονται στη διαφάνεια και τον έλεγχο των απευθείας συναλλαγών μεταξύ Α.Ε. και συνδεδεμένων μερών, ενώ για τυχόν συναλλαγές που διενεργούνται μεταξύ της εταιρείας και τρίτου μέρους προς όφελος των συνδεδεμένων μερών (π.χ. αγορά οχήματος ή εκμίσθωση κατοικίας του διευθύνοντος συμβούλου από τρίτους) δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 99-101.

Συνοψίζοντας, ο νέος νόμος για τις Α.Ε. οριοθετεί στα άρθρα 99-101 το πλαίσιο κατάρτισης συναλλαγών μεταξύ της εταιρείας και συνδεδεμένου μέρους, ενσωματώνοντας στο εθνικό δίκαιο τις απαιτήσεις του άρθρου 9γ της Οδηγίας 2017/828 του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, με την οποία τροποποιείται η Οδηγία 36/2007, και κατά τη γνώμη μας αποτελεί μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού του εταιρικού μας δικαίου, με εμφανείς τις αισθητικές παρεμβάσεις σε διατυπώσεις του ιστορικού Κ.Ν. 2190/1920.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. «Supplemental Memorandum of Understanding Fourth Review of the ESM Programme DRAFT – 23 May 2018:

To modernize company law, the government

a) has prepared a review on changes needed to bring Law 3190/1955 in line with best practices. Based on the recommendations of the review, the government will, as a prior action, amend Law 3190/1955;

b) has prepared an assessment in cooperation with the European Commission and involving the consultation of key stakeholders. Based on the recommendations of the review, the government will, as a prior action, submit a progress report, along with draft provisions on mergers and acquisitions, with a view to adopting legislation by October 2018;

c) has prepared a review on changes needed to bring Law 2190/1920 in line with best practices. Based on the recommendations of the review, the government will, as a prior action amend Law 2190/1920».

2. «2) Μια μητρική οντότητα συντάσσει ενοποιημένες χρηματοοικονομικές καταστάσεις για την ίδια και κάθε άλλη οντότητα, εάν για την εν λόγω μητρική οντότητα ισχύει οποιοδήποτε από τα παρακάτω α’ έως ε’:

α) Έχει την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων, εταίρων ή μελών της άλλης οντότητας (θυγατρική οντότητα).

β) Έχει το δικαίωμα να διορίζει ή να παύει την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού, διαχειριστικού ή εποπτικού οργάνου της άλλης οντότητας (θυγατρική οντότητα) και είναι ταυτόχρονα μέτοχος, εταίρος ή μέλος αυτής της οντότητας.

γ) Έχει το δικαίωμα να ασκεί κυριαρχική επιρροή στην άλλη οντότητα (θυγατρική οντότητα), της οποίας είναι μέτοχος, εταίρος ή μέλος, είτε βάσει σύμβασης που έχει συνάψει με την οντότητα αυτή είτε βάσει πρόβλεψης του ιδρυτικού εγγράφου ή του καταστατικού της.

δ) Είναι μέτοχος, εταίρος ή μέλος της άλλης οντότητας και είτε:

δ1) ελέγχει από μόνη της, δυνάμει συμφωνίας που έχει συνάψει με άλλους μετόχους, εταίρους ή μέλη της οντότητας αυτής (θυγατρική οντότητα), την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου των μετόχων, εταίρων ή μελών της είτε

δ2) ισχύουν αθροιστικά οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

δ2.1) Η πλειοψηφία των μελών των διοικητικών, διαχειριστικών ή εποπτικών οργάνων της οντότητας αυτής (θυγατρικής οντότητας) που είχαν τη διοίκηση κατά τη διάρκεια της τρέχουσας περιόδου, καθώς και κατά την προηγούμενη περίοδο και μέχρι την κατάρτιση των ενοποιημένων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, έχει διοριστεί μόνο ως αποτέλεσμα της άσκησης των δικαιωμάτων ψήφου αυτής.

δ2.2) Τα δικαιώματα ψήφου που κατέχονται από τη μητρική οντότητα αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 20% των συνολικών δικαιωμάτων ψήφου στη θυγατρική οντότητα.

δ2.3) Κανένα τρίτο μέρος δεν έχει τα δικαιώματα που αναφέρονται στα σημεία α’, β’ ή γ’ της παρούσας παραγράφου, αναφορικά με αυτή την οντότητα (θυγατρική οντότητα).

ε) Έχει την εξουσία να ασκεί ή πράγματι ασκεί κυριαρχική επιρροή ή έλεγχο στην άλλη οντότητα (θυγατρική οντότητα)».

3. Έκθεση ορκωτού ελεγκτή λογιστή ή ελεγκτικής εταιρείας ή άλλου ανεξάρτητου προς την εταιρεία τρίτου μέρους, η οποία αξιολογεί κατά πόσον η συναλλαγή είναι δίκαιη και εύλογη για την εταιρεία και τους μετόχους που δεν αποτελούν συνδεδεμένο μέρος, συμπεριλαμβανομένων των μετόχων μειοψηφίας της εταιρείας, και εξηγεί τις παραδοχές στις οποίες βασίζεται αυτή, μαζί με τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν. Τα πρόσωπα της παραγράφου 2 του άρθρου 99 δεν συμμετέχουν στην κατάρτιση της έκθεσης.

4. «Άρθρο 19. Μεταγενέστερη απόκτηση στοιχείων του ενεργητικού.

1.Μέσα στα πρώτα δύο (2) έτη από τη σύσταση της εταιρείας απαγορεύεται και είναι απολύτως άκυρη η απόκτηση οποιουδήποτε στοιχείου του ενεργητικού με τίμημα ανώτερο του ενός δεκάτου (1/10) του κεφαλαίου, που έχει καταβληθεί, εφόσον πωλητές είναι ιδρυτές, μέτοχοι εκπροσωπούντες ποσοστό μεγαλύτερο του ενός εικοστού (1/20) του καταβεβλημένου κεφαλαίου, μέλη του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας, τα στενά μέλη οικογένειας των παραπάνω προσώπων, όπως αυτά ορίζονται στο Παράρτημα Α του ν. 4308/2014, καθώς και εταιρείες που ελέγχονται από τα παραπάνω πρόσωπα. Το ίδιο ισχύει και αν ο πωλητής απέκτησε το στοιχείο που μεταβιβάζεται από κάποιο από αυτά τα πρόσωπα μέσα στους προηγούμενους δώδεκα (12) μήνες από την υπογραφή του καταστατικού. Ένα φυσικό ή νομικό πρόσωπο θεωρείται ότι ελέγχει μια εταιρεία, αν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις του άρθρου 32 του ν. 4308/2014 για τα Ελληνικά Λογιστικά Πρότυπα.

2. Οι αποκτήσεις στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 θεωρούνται ότι έγιναν έγκυρα, αν προηγηθεί έγκριση της γενικής συνέλευσης και αποτίμηση των στοιχείων που μεταβιβάζονται στην εταιρεία, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 17 και 18. Η έκθεση αποτίμησης υποβάλλεται σε δημοσιότητα με μέριμνα των ενδιαφερομένων».

5. Κατά τον καθηγητή Ευάγγελο Περάκη, σε περίπτωση που το Δ.Σ. αρνείται την έγκριση της συναλλαγής, παραπομπή του θέματος στη Γ.Σ. προκειμένου να δώσει αυτή την έγκριση δεν φαίνεται εφικτή (Ε. Περάκη, «Το νέο Δίκαιο της Ανώνυμης Εταιρείας», 2018, σ. 61).