• Σήμερα είναι: Δευτέρα, 1 Ιουνίου, 2020

Quo vadis, Ελλάδα;

Mαρία Aκριβού, Δημοσιογράφος.

Έλληνες ευρωβουλευτές μιλούν για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας και τη θέση της Ελλάδας στην Ευρωζώνη.

teuxos18_1

Την ώρα που η Ελλάδα αναζητά τρόπους και στρατηγικές που θα επαναπροσδιορίσουν τη θέση της μέσα στους κόλπους της Ευρωζώνης, προχωρώντας άμεσα στην υλοποίηση των μεταρρυθμίσεων που θα της εξασφαλίσουν την έξοδό της από την κρίση, οι έλληνες ευρωβουλευτές δίνουν, μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, τη δική τους μάχη για να ακουστεί η φωνή της χώρας στην καρδιά της Ευρώπης. Τα χρονικά περιθώρια έχουν στενέψει, οι πιέσεις είναι ασφυκτικές και οι αριθμοί δεν βγαίνουν. Πώς μας βλέπουν στην πραγματικότητα οι ευρωπαίοι εταίροι; Ποιες είναι οι προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει η νεοσύστατη ελληνική κυβέρνηση και ποιο προμηνύεται να είναι το μέλλον της Ευρωζώνης σε ένα πολιτικό και οικονομικό, διαρκώς μεταβαλλόμενο, περιβάλλον; Στο Accountancy Greece πέντε έλληνες ευρωβουλευτές, προερχόμενοι από διαφορετικές πολιτικές παρατάξεις, καταθέτουν τις απόψεις τους αναφορικά με τη βιωσιμότητα, τόσο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος που ακούει στο όνομα Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και του ενιαίου νομίσματος που υφίσταται κλυδωνισμούς, ενώ απαντούν στο ερώτημα υπό ποίους όρους θα μπορούσε να δοθεί μια δεύτερη, ουσιαστική ευκαιρία στους έλληνες πολίτες.

Η πλειονότητα των ευρωπαίων πολιτών κάνει λόγο για ένα Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το οποίο έχει χάσει την εξουσία και το όραμά του και έχει περιοριστεί σε έναν μάλλον «διακοσμητικό» ρόλο. Τι είδους αλλαγές πρέπει να γίνουν κατά τη γνώμη σας ώστε να δούμε στην πράξη μια περισσότερο ενωμένη Ευρώπη;

Την άποψη πως η Επιτροπή Μπαρόζο δεν στάθηκε αντάξια των περιστάσεων της περιόδου της κρίσης και δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις στην αντιμετώπισή της, εκφράζει η ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Εύα Καϊλή, προσθέτοντας πως δεν φάνηκε ούτε η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών εγκαίρως. Σύμφωνα με την κ. Καϊλή, ο πρώτος που δεσμεύτηκε για συγκεκριμένες πράξεις με χρονοδιάγραμμα, ώστε να αποκτήσει ουσία η πολιτική αυτή Ένωση και να αποκτηθεί μια κοινή ευρωπαϊκή στρατηγική, ήταν ο Ζαν Κλωντ Γιούνκερ. «Ενδεικτική αυτής της διάθεσης για αλλαγή είναι ότι η ρητορική της λιτότητας εγκαταλείπεται σταδιακά. Με το σχέδιο Γιούνκερ για επενδύσεις 315 δισ. και μία ατζέντα στην οποία έχει πλέον προτεραιότητα η Ενεργειακή Ένωση, η Τραπεζική Ένωση και η ασφάλεια της Ε.Ε., όπως και μια γενικότερη στρατηγική δημοσιονομικής εναρμόνισης, συμπεριλαμβανομένης και της φορολογικής πολιτικής των κρατών μελών, αλλά και πολλά αλλά που βρίσκονται σε εξέλιξη, έχουν πυρήνα δράσης το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το άνοιγμα και η αναδιαμόρφωση της ατζέντας έδωσε στο κοινοβούλιο έναν πιο επιθετικό ρόλο. Θεωρώ ότι έχουμε μπροστά μας μια πολύ παραγωγική περίοδο».

Για την ευρωβουλευτή της Ν.Δ. Ελίζα Βόζενμπεργκ ο ρόλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αναβαθμίστηκε σημαντικά μετά τη Συνθήκη της Λισαβόνας, που το κατέστησε συννομοθέτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με ενδυναμωμένο και ουσιαστικό ρόλο στη διαμόρφωση του 95% της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, σε συνεργασία με το Συμβούλιο της Ε.Ε. «Βεβαίως, κανείς δεν αμφισβητεί ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο είναι ένας χώρος πολυφωνίας, όπου συναντώνται διαφορετικές και αντικρουόμενες απόψεις, νοοτροπίες και πολιτικές από 28 πλέον κράτη μέλη, γεγονός που καθιστά το έργο του ιδιαίτερα δύσκολο και χρονοβόρο σε πολλές περιπτώσεις, προκειμένου να βρεθεί μια κοινή θέση, που να υπηρετεί τα συμφέροντα των ευρωπαίων πολιτών. Σε αυτήν την ιδιαιτερότητα όμως έγκειται και η επιτυχία του, καθώς κατορθώνει, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, να συγκεράσει αυτές τις αντικρουόμενες φωνές μέσω των απόλυτα δημοκρατικών διαδικασιών του, πιστό πάντα στις αξίες και τα ιδεώδη της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

H Ε.Ε. δεν αποτελεί μια γενική και αφηρημένη μορφή ευρωπαϊκής ενοποίησης, αλλά μια πολύ συγκεκριμένη μορφή καπιταλιστικής ενοποίησης, μιας ένωσης του κεφαλαίου και όχι των λαών, απαντά ο ευρωβουλευτής του ΚΚΕ Κώστας Παπαδάκης. «Η αποστολή, ο ρόλος και η λειτουργία του Ε.Κ. είναι να προσδίδει μια ανύπαρκτη “δημοκρατική”, “λαϊκή” νομιμοποίηση στην αντιλαϊκή στρατηγική της Ε.Ε. Είναι αλήθεια ότι ακόμη και στους τομείς που έχει νομοθετική αρμοδιότητα, το Ε.Κ. δεν έχει δικαίωμα νομοθετικής πρωτοβουλίας. Πρακτικά δηλαδή, η όποια αρμοδιότητά του τελεί υπό την αίρεση της πρωτοβουλίας και της συμφωνίας Επιτροπής και Συμβουλίου. Πραγματική αλλαγή με την οποία οι λαοί μπορούν να ενωθούν πραγματικά, χωρίς τους εκμεταλλευτές τους, είναι η πάλη για την αποδέσμευση από την Ε.Ε., με τον λαό στην Ελλάδα και σε κάθε χώρα στην εξουσία».

«Το Κοινοβούλιο, το μοναδικό θεσμικό όργανο της Ε.Ε. που εκλέγεται άμεσα από τους πολίτες, είναι ο θεματοφύλακας του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, καθώς και του νεοσύστατου δικαιώματος της πρωτοβουλίας πολιτών, το οποίο επιτρέπει στους πολίτες να ζητούν νέες προτάσεις πολιτικής, υπό την προϋπόθεση ότι ένα εκατομμύριο Ευρωπαίοι έχουν υπογράψει σχετική αίτηση» αναφέρει ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και αντιπρόεδρος του Ε.Κ. Δημήτρης Παπαδημούλης. Ο ίδιος υπενθυμίζει πως χάρη στη συνθήκη της Λισαβόνας επεκτάθηκε η πλήρης νομοθετική αρμοδιότητα του Κοινοβουλίου σε περισσότερους από 40 νέους τομείς, συμπεριλαμβανομένων της γεωργίας, της ενεργειακής ασφάλειας, της μετανάστευσης, της δικαιοσύνης και των ταμείων της Ε.Ε., θέτοντας το Ε.Κ. σε ισότιμη βάση με το Συμβούλιο, το οποίο εκπροσωπεί τις κυβερνήσεις των κρατών μελών. «Βεβαίως, ο πρόσφατα ενισχυμένος ρόλος του Ευρωκοινοβουλίου δεν αρκεί για να εξασφαλίσει τη λογοδοσία και τη δημοκρατική νομιμοποίηση της Ε.Ε. στην έκταση που θα θέλαμε. Η οικονομική κρίση των τελευταίων ετών και η πλημμελής αντιμετώπισή της κατέδειξε ότι η Ευρώπη πρέπει να ολοκληρώσει το ημιτελές οικοδόμημα της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης, προχωρώντας απαρέγκλιτα στην Πολιτική Ένωση. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση προϋποθέτει, μεταξύ άλλων: την οικονομική σύγκλιση, την ενίσχυση του μηχανισμού δημοσιονομικής εποπτείας, καθώς και την κοινή διαχείριση του δημόσιου χρέους».

teuxos18_2

Ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Μανώλης Γλέζος θυμάται τις πρώτες παρεμβάσεις του στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, στο Στρασβούργο, που είχαν ως θέμα το τι είδους Ευρώπη θέλουμε, και τονίζει πως, αν θέλουμε μια περισσότερο ενωμένη Ευρώπη, πρέπει να εστιάσουμε στο να δημιουργήσουμε μια Ευρώπη των λαών και όχι μια Ευρώπη όπου τον πρώτο λόγο έχουν οι εκπρόσωποι των αγορών και του χρηματοοικονομικού κεφαλαίου. «Μια Ευρώπη των πολιτών της και όχι μια γερμανική, αγγλική ή έστω ελληνική Ευρώπη, δηλαδή μια Ευρώπη που θα απαρτίζεται από ισότιμα μεταξύ τους κράτη μέλη και όπου οι πολίτες θα έχουν τον πρώτο λόγο. Εκείνοι που οραματίστηκαν την ενωμένη Ευρώπη ήθελαν –και σωστά– μια Ευρώπη της ειρήνης, της ελευθερίας, της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας. Αντί γι’ αυτό, έχουμε μια Ευρώπη του ΝΑΤΟ, εξάρτημα των ΗΠΑ, της Γερμανίας και των αγορών. Αυτό πρέπει να αλλάξει. Και να αλλάξει άμεσα».

Διατρέχουμε πράγματι τον κίνδυνο ενός «Grexit»;

Μολονότι η Ε.Ε. λειτουργεί θεσμικά και ήδη υπήρξαν από μέρους της σημαντικές εξαιρέσεις και έγινε η απαραίτητη προσπάθεια για να κρατηθεί η χώρα μας στην Ευρωζώνη, για την κ. Καϊλή η Ελλάδα έχει ακόμη πολλή δουλειά μπροστά της. «Το Grexit δεν αποτελεί επιλογή της Ε.Ε., αλλά αυτό δεν σημαίνει, σε καμία περίπτωση, πως η φτωχοποίηση της χώρας μας θα μπορέσει να αποφευχθεί αν δεν αλλάξουμε γρήγορα την εθνική στρατηγική μας, το αναπτυξιακό μας μοντέλο και την οικονομική μας κουλτούρα, εντάσσοντας τις οικονομικές μας επιλογές σε μια κοινή προσπάθεια προκειμένου να ξεπεραστούν διχασμοί και μικροπολιτικές που αναστέλλουν κάθε προσπάθεια με μεγαλύτερο όραμα».

Καθησυχαστικός εμφανίζεται ο κ. Γλέζος, σε ό,τι αφορά το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Όπως λέει, σε καμιά από τις συζητήσεις που είχε με συναδέλφους ευρωβουλευτές δεν αποκόμισε την εντύπωση να υπάρχει κάποιος διάχυτος φόβος για μια ενδεχόμενη έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. «Κάτι τέτοιο δεν νομίζω να απασχολεί κανέναν στα σοβαρά. Αυτοί που μας απειλούν με το Grexit το κάνουν για να μας φοβίσουν και μόνο, διότι γνωρίζουν ότι, στην απίθανη περίπτωση που αυτό συμβεί, οι ζημιωμένοι θα είναι εκείνοι».

Στο ίδιο μήκος κύματος κινούνται και οι δηλώσεις του κ. Παπαδημούλη, ο οποίος υποστηρίζει πως το Grexit υπήρξε ένας μύθος που χρησιμοποιήθηκε από τις προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις και τον διεθνή Τύπο για να τρομοκρατήσει τον ελληνικό λαό και να δικαιολογήσει τις ασκούμενες πολιτικές σκληρής και μονόπλευρης λιτότητας. Παραπέμπει δε στα όσα είπε πρόσφατα ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων της Ε.Ε. Πιέρ Μοσκοβισί, σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει ένα και μόνο σχέδιο στην Ευρωζώνη, και αυτό περιλαμβάνει την Ελλάδα στους κόλπους της.

Στον αντίποδα βρίσκονται οι δηλώσεις του κ. Παπαδάκη, ο οποίος τονίζει πως το Grexit αφορά επιλογές μονοπωλιακών συμφερόντων λόγω ανταγωνισμού και αντιθέσεων μέσα στην ίδια την Ε.Ε. «Ανάλογες είναι και οι τοποθετήσεις στο Ευρωκοινοβούλιο, ανάλογα με τα συμφέροντα που υπηρετούν. Σε κάθε περίπτωση, ανεξάρτητα από το νόμισμα, ο λαός στο πλαίσιο αυτού του δρόμου ανάπτυξης θα δεινοπαθεί. Για να είναι η αποδέσμευση από την Ε.Ε. προς όφελός του χρειάζεται ταυτόχρονα ο ίδιος να πάρει την απόφαση να κοινωνικοποιήσει τον πλούτο που παράγει και έτσι μόνο μπορεί να απαλλαγεί κι από το δυσβάστακτο χρέος που πληρώνει ο ίδιος και για το οποίο δεν ευθύνεται αυτός αλλά τα μονοπώλια».

Για την κ. Βόζενμπεργκ το στοίχημα για τη νέα ελληνική κυβέρνηση, όπως και για την προηγούμενη της Νέας Δημοκρατίας, παραμένει η έξοδος της χώρας από την κρίση, με κεντρικό άξονα την ανάπτυξη, τη σταθερότητα και την ανακούφιση των κοινωνικών ομάδων που υποφέρουν. «Πάνω απ’ όλα είμαστε Έλληνες, που επιζητούμε το καλύτερο για τη χώρα μας και προωθούμε τα συμφέροντά της σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο. Η περίπτωση του Grexit έχει πλέον και θεσμικά αποκλειστεί από τους εταίρους μας πολλάκις, με πιο πρόσφατη τη διαβεβαίωση του προέδρου του Eurogroup κ. Γερούν Ντάισελμπλουμ, σε ομιλία του στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται βεβαίως και οι συνάδελφοι ευρωβουλευτές, ανεξαρτήτως πολιτικής ομάδας, οι οποίοι, παρά τα αρνητικά σχόλια που κατά καιρούς ακούγονται, δεν χάνουν την ευκαιρία να εκφράσουν τη στήριξη και την αλληλεγγύη τους στη χώρα μας και τον ελληνικό λαό, είτε μέσω των επιτροπών που συμμετέχουν είτε μέσω δηλώσεων συμπαράστασης».

Ποιες οι βασικές προκλήσεις σε πολιτικό-οικονομικό επίπεδο που καλείται να αντιμετωπίσει άμεσα η κυβέρνηση;

Η μέγιστη πρόκληση για τη νέα ελληνική κυβέρνηση είναι, σύμφωνα με τον κ. Παπαδημούλη, οι μεταρρυθμίσεις που θα αλλάζουν το κράτος, θα εκσυγχρονίζουν τη διοίκηση και θα φέρουν έσοδα στα ταμεία από τους φοροφυγάδες των μεσαίων στρωμάτων και των «ρετιρέ». «Απαιτείται μια κοινωνικά δίκαιη και οικονομικά αποτελεσματική διακυβέρνηση, με νοικοκυρεμένα δημόσια οικονομικά, γιατί αυτός είναι ο μόνος δρόμος για να ανακτήσουμε την ανεξαρτησία μας. Οι πολίτες γνωρίζουν τις δυσκολίες και θα μας δώσουν τον χρόνο που χρειαζόμαστε, αρκεί να αποκαταστήσουμε τις κατάφωρες αδικίες που έχουν υποστεί».

Την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, η οποία αποτελεί και τη σοβαρότερη σε περίοδο ειρήνης κρίση που έχει ξεσπάσει στις δυτικές κοινωνίες, προτάσσει ο κ. Γλέζος. «Κάποια πράγματα για την άμεση ανακούφιση των πολιτών πρέπει και μπορούν να γίνουν άμεσα –και όντως γίνονται. Αλλά για την οριστική αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης είναι αναγκαία η επανεκκίνηση της οικονομίας, που δεν θα στηρίζεται στα δάνεια, αλλά στην αγροτική οικονομία και στην αξιοποίηση των ήπιων και ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Το ερώτημα που τίθεται είναι το εξής: Πόσο ακόμα μπορούν να περιμένουν οι εκατοντάδες χιλιάδες ανασφάλιστοι, οι εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι και μακροχρόνια άνεργοι; Είμαι βέβαιος ότι η κυβέρνηση την πολιτική βούληση την έχει. Ο χρόνος, όμως, είναι αμείλικτος. Γι’ αυτό πρέπει να δοθεί το γρηγορότερο η εξουσία στον λαό, που με την εφευρετικότητά του θα βρει τις λύσεις».

Η κυβερνητική πολιτική πρέπει να έχει ως στόχο, πέραν της αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης, να καταστήσει τη χώρα έναν ελκυστικό προορισμό διεθνών επενδύσεων με τη συμμετοχή του ιδιωτικού τομέα, ώστε να μπορέσουμε να αποσπάσου με μέρος των κονδυλίων του πακέτου των 315 δισ. ευρώ, που προβλέπονται από το πρόγραμμα ανάπτυξης και επενδύσεων του προέδρου Γιούνκερ, είναι η θέση της κ. Βόζενμπεργκ. «Βασικό διακύβευμα για τη νέα κυβέρνηση είναι η συνέχιση του προγράμματος των μεταρρυθμίσεων που έχουν δρομολογηθεί τα τελευταία δυόμισι χρόνια μέσα σε κλίμα σταθερότητας, διατηρώντας παράλληλα την οικονομική και πολιτική αξιοπιστία της χώρας σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο, όπως κατάφερε η Νέα Δημοκρατία την τελευταία τριετία. Προς το παρόν η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε λίγο χρόνο, αλλά θα πρέπει να βιαστεί τους επόμενους μήνες να υλοποιήσει τις δεσμεύσεις που ανέλαβε και τις μεταρρυθμίσεις που παρουσίασε στους εταίρους, με σοβαρότητα και υπευθυνότητα για τη χώρα».

Για στενά χρονικά περιθώρια, εντός των οποίων πρέπει να γίνουν άμεσα αλλαγές και μεταρρυθμίσεις, κάνει λόγο και η κ. Καϊλή, υπογραμμίζοντας πως οι έως τώρα κυβερνήσεις αναλάμβαναν την ευθύνη υπό πίεση και πάντα περιόριζαν το ρίσκο, σε αντίθεση με τη σημερινή κυβέρνηση, που φαίνεται ότι αφήνει περισσότερα πράγματα στην τύχη, πράγμα που αυξάνει σημαντικά το διαχειριστικό και θεσμικό ρίσκο των επιλογών της. «Για να μη βρεθούμε προ εκπλήξεων, πρέπει άμεσα να ετοιμαστεί ένα πλάνο αντιμετώπισης του χρηματοδοτικού κενού του Μαρτίου, καταρχάς, και να προσδιοριστούν τα ισοδύναμα που διατρανώνει η κυβέρνηση, για να μην μπούμε σε ένα αδιέξοδο τρίτο μνημόνιο, με νέους βαρείς όρους, που, χωρίς αμφιβολία πλέον, έρχεται μπροστά μας».

Χρόνος και εφεδρείες για το κεφάλαιο υπάρχουν, όχι όμως και για τον λαό, είναι η τοποθέτηση του κ. Παπαδάκη. «Χρειάζεται να διαλυθούν οι αυταπάτες, να μην επικρατήσει απογοήτευση. Μοναδικός δρόμος είναι να οργανωθεί η πάλη για την ανάκτηση των απωλειών, για την ουσιαστική κατάργηση των μνημονίων και των εφαρμοστικών νόμων, για ριζικές αλλαγές στο επίπεδο της εξουσίας».

Το μέλλον της Ευρώπης

Ασταθές χαρακτηρίζει το μέλλον της Ευρώπης η ευρωβουλευτής του ΠΑΣΟΚ Εύα Καϊλή, εκτιμώντας, ωστόσο, ότι η αστάθεια είναι πρόσκαιρη και αντικατοπτρίζει την απαραίτητη μετακίνηση των πραγμάτων, οικονομικών και πολιτικών, ώστε να καταλήξουν σε μια πιο στερεή βάση και, από εκεί, να οικοδομηθεί ένα νέο, πιο σταθερό περιβάλλον, αλλά συνάμα και πιο προοδευτικό. «Η αστάθεια δημιούργησε επίσης και συμμαχίες. Οι ευρωσκεπτικιστές κατάφεραν να ενώσουν τους ευρωπαϊστές απέναντί τους. Η κατεύθυνση λοιπόν σωστή, αρκεί να ντυθεί η προσπάθεια με πραγματική πολιτική υπευθυνότητα. Υπευθυνότητα σημαίνει: πίστη και αφοσίωση στις αρχές της δημοκρατίας, ισονομίας, αυτογνωσίας, αμοιβαίων συμβιβασμών».

«Θέλω να είμαι αισιόδοξος για το μέλλον της Ευρώπης, και θα ήθελα να πιστεύω ότι, αργά ή γρήγορα, θα έχουμε μια Ευρώπη με περισσότερη αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών της. Για να γίνει αυτό, ωστόσο, πρέπει άμεσα οι Ευρωπαίοι να συνειδητοποιήσουν ότι η κατάσταση που επικρατεί σήμερα στην Ελλάδα είναι και δική τους υπόθεση. Αν η κυβέρνηση τα καταφέρει, αυτό θα σημάνει την ανατολή μιας νέας εποχής για ολόκληρη την Ευρώπη, στηριγμένη στη λαϊκή δύναμη» τονίζει ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ Μανώλης Γλέζος.

Αισιόδοξη για την πορεία της γηραιάς ηπείρου εμφανίζεται και η ευρωβουλευτής της Ν.Δ. Ελίζα Βόζενμπεργκ, παραθέτοντας το επιχείρημα ότι η Ευρώπη, μέσα από την κρίση που βιώνει την τελευταία πενταετία, δείχνει ότι βγαίνει πιο δυνατή και πιο ώριμη, με ενισχυμένους τους δημοκρατικούς της θεσμούς. «Η Ευρώπη είναι το σπίτι μας, η οικογένειά μας, και δεν μπορούμε παρά να αγωνιζόμαστε για την πολιτική και οικονομική της εξέλιξη προς όφελος των λαών μας. Βασική προϋπόθεση είναι η άρση της νοερής διαχωριστικής γραμμής ευρωπαϊκού Βορρά – Νότου και η μεγαλύτερη αλληλεγγύη, όπως άλλωστε επιτάσσει η Συνθήκη της Λισαβόνας, επιτυγχάνοντας έτσι την εμβάθυνση της σχέσεων εντός Ε.Ε. και την επιστροφή στις ρίζες, τα ιδεώδη και την ιδρυτική διακήρυξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

Ένα διαφορετικό μέλλον της Ευρώπης από αυτό της Ε.Ε. πρέπει να οραματιστούν οι ευρωπαίοι πολίτες, σύμφωνα με τον ευρωβουλευτή του ΚΚΕ Κώστα Παπαδάκη. «Καμιά διαπραγμάτευση, όποιο στυλ και τακτική κι αν ακολουθηθεί, δεν θα βγάλει την Ευρώπη από τα αδιέξοδα που ζει σήμερα. Η Ε.Ε. δεν αλλάζει, ούτε φιλολαϊκή μπορεί να γίνει. Είναι από τη φύση της ταγμένη να υπηρετεί τα συμφέροντα που υπηρετεί, αυτά των ευρωπαϊκών επιχειρηματικών ομίλων. Βασική προϋπόθεση για αλλαγή του συσχετισμού δύναμης και ριζικές πολιτικές αλλαγές στην Ευρώπη αποτελεί η κλιμάκωση της πάλης της εργατικής τάξης, των σύμμαχων της, των άλλων φτωχών λαϊκών στρωμάτων, σε κάθε κράτος μέλος της Ε.Ε. ενάντια στα μονοπώλια και τον καπιταλισμό».

Τέλος, ο ευρωβουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και αντιπρόεδρος του Ε.Κ. Δημήτρης Παπαδημούλης προειδοποιεί ότι αν η κεντρική πολιτική κατεύθυνση της Ευρώπης δεν μεταβληθεί, αν οι πολιτικές λιτότητας, που οδηγούν σε ύφεση και ανεργία, δεν εγκαταλειφθούν, αν η Ευρώπη δεν ξαναβρεί τις χαμένες αξίες της, όπως τις οραματίστηκαν οι ιδρυτές της, το οικοδόμημα των πενήντα και πλέον ετών, όπως τουλάχιστον το γνωρίζαμε μέχρι σήμερα, θα πάψει να υπάρχει.