• Σήμερα είναι: Δευτέρα, 26 Οκτωβρίου, 2020

Τι αλλάζει το νέο πλαίσιο στα επενδυτικά προϊόντα που βασίζονται σε ασφάλιση; (Γεράσιμος Κουνάδης, Deloitte)

Γεράσιμος Κουνάδης

Senior Manager, Risk Advisory, Deloitte Ελλάδος

Συχνά τα ασφαλιστήρια συμβόλαια δίνουν στους ασφαλισμένους την επιλογή σύνδεσής τους με επενδύσεις ως πιθανές εναλλακτικές λύσεις ή υποκατάστατα χρηματοπιστωτικών μέσων που υπόκεινται στο πλαίσιο MiFID II. Ο ευρωπαίος νομοθέτης αποφάσισε ότι οι αυστηρές διατάξεις προστασίας επενδυτή της MiFID II (βλ. Ν. 4514/2018) θα πρέπει να εφαρμόζονται εξίσου στις επενδύσεις που συναρτώνται με ασφαλιστήρια συμβόλαια. Ωστόσο, λόγω των διαφορετικών δομών αγοράς και των διαφορετικών χαρακτηριστικών των προϊόντων, κρίθηκε σκόπιμο οι λεπτομερείς απαιτήσεις των υπό συζήτηση προϊόντων να μην ενταχθούν στη MiFID II αλλά σε ειδικότερο κανονιστικό καθεστώς. Στο πλαίσιο αυτό, στις 20 Ιανουαρίου 2016 εκδόθηκε η Οδηγία (ΕΕ) 2016/97 σχετικά με τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων (γνωστή και ως «Insurance Distribution Directive» ή IDD). Η προθεσμία για την ενσωμάτωση της IDD στην ελληνική έννομη τάξη είναι η 1η Ιουλίου 2018 και η προθεσμία για την εφαρμογή της είναι η 1η Οκτωβρίου 20181. Στις 21 Ιουνίου 2018 δημοσιεύτηκε το σχετικό σχέδιο νόμου.

Σύμφωνα με την IDD, ένα ασφαλιστικό προϊόν που προσφέρει ληκτότητα (η ημερομηνία στην οποία ο κάτοχος του προϊόντος θα εισπράξει την αξία του) ή αξία εξαγοράς και όπου η εν λόγω ληκτότητα ή αξία εξαγοράς είναι συνολικά ή μερικά εκτεθειμένη, άμεσα ή έμμεσα, σε διακυμάνσεις της αγοράς (με ορισμένες εξαιρέσεις)2, π.χ. ασφαλιστικό πρόγραμμα Unit Linked, ονομάζεται «επενδυτικό προϊόν βασιζόμενο σε ασφάλιση» (IBIP). Σε πλαίσιο ευθυγράμμισης της διανομής των IBIPs με τη MiFID II, το καθεστώς της IDD3 προβλέπει μια δέσμη ειδικών προτύπων που αφορούν συγκεκριμένα τα βασιζόμενα σε ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα, επιπροσθέτως των προτύπων επαγγελματικής δεοντολογίας που ισχύουν για όλα τα ασφαλιστικά προϊόντα.

Οι πέντε βασικές περιοχές κανόνων της IDD

1. Καταλληλότητα: Ποιοι ασφαλισμένοι είναι κατάλληλοι για επενδυτικά προϊόντα που βασίζονται σε ασφάλιση; Όταν ο ασφαλιστής ή η ασφαλιστική εταιρεία παρέχει συμβουλές για IBIP, θα πρέπει να είναι σε θέση να προσδιορίσει (π.χ. μέσω ερωτηματολογίου) αν η προσωπική σύστασή του προς τον πελάτη ανταποκρίνεται στους επενδυτικούς στόχους του τελευταίου, αντιστοιχεί στη χρηματοοικονομική του κατάσταση και είναι τέτοια ώστε ο πελάτης να διαθέτει τις αναγκαίες γνώσεις και εμπειρία στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τον συγκεκριμένο τύπο προϊόντος ή υπηρεσίας. Στην περίπτωση που ο ασφαλιστής ή η ασφαλιστική εταιρεία δεν εξασφαλίσει τις παραπάνω πληροφορίες, δεν παρέχει στον πελάτη συμβουλές σχετικά με IBIPs. Επίσης, θα πρέπει να παρέχεται δήλωση στον πελάτη (δήλωση καταλληλότητας), η οποία να εξηγεί, μεταξύ άλλων, τον τρόπο με τον οποίο η παρεχόμενη σύσταση είναι σύμφωνη με τους επενδυτικούς του στόχους, τη χρηματοοικονομική του κατάσταση και τις γνώσεις και την εμπειρία του πελάτη.

2. Συμβατότητα: Πόσο συμβατές είναι οι ασφαλιστικές υπηρεσίες για τους ασφαλισμένους; Όταν δεν δίδονται συμβουλές, ο ασφαλιστής ή η ασφαλιστική εταιρεία ζητεί από τον πελάτη να παρέχει πληροφορίες (π.χ. μέσω ερωτηματολογίου) σχετικά με τις γνώσεις και την πείρα του στον επενδυτικό τομέα σε σχέση με τον συγκεκριμένο τύπο προσφερόμενου ή ζητούμενου προϊόντος ή υπηρεσίας, ώστε να μπορεί να εκτιμήσει κατά πόσον η σκοπούμενη ασφαλιστική υπηρεσία ή προϊόν είναι συμβατή(-ό) για τον πελάτη. Σε περίπτωση μη συμβατότητας, ο πελάτης πρέπει να λάβει (τυποποιημένη) προειδοποίηση περί τούτου. Σημειώνεται, επίσης, ότι η μη διενέργεια αξιολόγησης συμβατότητας είναι δυνατή για μη σύνθετα IBIPs υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις (αυτό το είδος πώλησης αναφέρεται συχνά ως «αποκλειστική εκτέλεση εντολών», δεδομένου ότι πρόκειται απλώς και μόνο για εκτέλεση μιας συναλλαγής, χωρίς καμία παροχή συμβουλών ούτε αξιολόγηση της προσωπικής κατάστασης του πελάτη)4.

3. Σύγκρουση συμφερόντων: Εξασφαλίζονται τα συμφέροντα του ασφαλιστή ή της ασφαλιστικής εταιρείας; Ο ασφαλιστής ή η ασφαλιστική εταιρεία πρέπει να διατηρεί και να εφαρμόζει οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις με σκοπό την αποτροπή των συγκρούσεων συμφερόντων. Ειδικότερα, πρέπει να εφαρμόζεται μια γραπτή πολιτική σύγκρουσης συμφερόντων, η οποία να περιλαμβάνει τις περιστάσεις που συνιστούν ή μπορεί να προκαλέσουν σύγκρουση συμφερόντων, καθώς και τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για τη διαχείριση των εν λόγω συγκρούσεων. Επιπρόσθετα, πρέπει να διασφαλίζεται ότι η γνωστοποίηση των συγκρούσεων συμφερόντων στους πελάτες αποτελεί έσχατο μέτρο που χρησιμοποιείται μόνον όταν οι ρυθμίσεις για την πρόληψη ή τη διαχείριση των συγκρούσεων συμφερόντων δεν επαρκούν ώστε να διασφαλίσουν την αποφυγή κινδύνου ζημίας στα συμφέροντα του πελάτη.

4. Αντιπαροχές: Πώς επηρεάζουν οι αντιπαροχές των ασφαλιστών ή των ασφαλιστικών υπηρεσιών τις παρεχόμενες υπηρεσίες; Προκειμένου να αξιολογήσουν αν μια αντιπαροχή5 που πληρώνουν ή εισπράττουν οι ασφαλιστές ή οι ασφαλιστικές εταιρείες έχει αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα της σχετικής υπηρεσίας που προσφέρεται στον πελάτη, θα πρέπει πλέον να εξετάζουν συγκεκριμένα κριτήρια6 και να έχουν λάβει οργανωτικά μέτρα για την πρόληψη του κινδύνου αρνητικών επιπτώσεων. Επί παραδείγματι, ένα από τα ως άνω κριτήρια είναι εάν η αντιπαροχή είναι δυνατόν να παρέχει στον ασφαλιστή ή στην ασφαλιστική εταιρεία το κίνητρο να προσφέρει ή να συνιστά συγκεκριμένο ασφαλιστικό προϊόν στον πελάτη, παρά το γεγονός ότι ο ασφαλιστής ή η ασφαλιστική εταιρεία θα μπορούσε να προσφέρει ένα άλλο ασφαλιστικό προϊόν ή υπηρεσία που θα ανταποκρινόταν καλύτερα στις ανάγκες του πελάτη.

5. Ενημέρωση πελατών: Ενημερώνουν οι ασφαλιστές ή οι ασφαλιστικές εταιρείες κατάλληλα τους ασφαλισμένους; Ο ασφαλιστής ή η ασφαλιστική εταιρεία πρέπει να παρέχει κατάλληλη ενημέρωση, εγκαίρως, πριν από τη σύναψη σύμβασης, σε πελάτες ή δυνητικούς πελάτες όσον αφορά τη διανομή IBIPs, η οποία συνίσταται, αφενός, σε προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τα εν λόγω προϊόντα ή με την πρόταση συγκεκριμένων επενδυτικών στρατηγικών και, αφετέρου, ενημέρωση για όλα τα κόστη και τις συναφείς επιβαρύνσεις.

Τα επόμενα βήματα ασφαλιστών και ασφαλιστικών εταιριών

Το νέο πλαίσιο για τα IBIPs, μολονότι συνεπάγεται μεγαλύτερη διαφάνεια και περισσότερους όρους διασφάλισης των καταναλωτών, αντιμετωπίζει τους ασφαλιστές ή τις ασφαλιστικές εταιρείες ως κατά κάποιον τρόπο «επιχειρήσεις επενδύσεων» κατά MiFID II, επιβάλλοντάς τους σημαντικότατα κόστη συμμόρφωσης, παρόμοια με εκείνα που κλήθηκαν να επωμισθούν οι εταιρείες παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και τα πιστωτικά ιδρύματα κατά την εφαρμογή του Ν. 3606/2007 (MiFID I) το 2007. Στο πλαίσιο αυτό, λόγω της έκτασης και της πολυπλοκότητας του κανονιστικού πλαισίου που εισάγει η IDD για τα IBIPs, οι ασφαλιστές ή οι ασφαλιστικές εταιρείες θα μπορούσαν να θεσπίσουν ένα διακριτό πλαίσιο συμμόρφωσης για τα IBIPs, ώστε να μην επεκταθεί η εφαρμογή των εν λόγω εκτεταμένων απαιτήσεων και στα υπόλοιπα προϊόντα τους. Τέλος, επισημαίνεται ότι τόσο η κατασκευή όσο και η διανομή των IBIPs πρέπει να ενταχθούν στο επίσης νέο πλαίσιο ρυθμίσεων εποπτείας και διακυβέρνησης προϊόντων (Product Oversight and Governance, POG) που εισάγει η IDD.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Βλ. Οδηγία (ΕΕ) 2018/411.

2. Οδηγία (ΕΕ) 2016/97, άρ. 2 παρ. 1 σημ. 17.

3. Κεφάλαιο VI της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/97, κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμός (ΕΕ) 2017/2359 της Επιτροπής, και κατευθυντήριες γραμμές σύμφωνα με την οδηγία για τη διανομή ασφαλιστικών προϊόντων όσον αφορά τα βασιζόμενα σε ασφάλιση επενδυτικά προϊόντα που έχουν δομή η οποία δυσχεραίνει την κατανόηση των σχετικών κινδύνων από τον πελάτη, της Ευρωπαϊκής Αρχής Ασφαλίσεων και Επαγγελματικών Συντάξεων.

4. Βλ. άρ. 30 της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/97.

5. Ως «αντιπαροχή» ορίζεται η αμοιβή, προμήθεια ή μη χρηματικό ωφέλημα που παρέχεται από ή σε διαμεσολαβητή ή επιχείρηση σε σχέση με τη διανομή IBIP, προς ή από οποιοδήποτε μέρος πλην του πελάτη που εμπλέκεται στην εν λόγω συναλλαγή

6. Βλ. άρ 8 του κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμού (ΕΕ) 2017/2359).