• Σήμερα είναι: Κυριακή, 29 Νοεμβρίου, 2020

ΒΑΣΙΚΕΣ ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΤΗΣ GRANT THORNTON ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΙΣHΓΜΕNΕΣ ΣΤΟ X.Α. ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΚΑΤΑ ΤH XΡHΣH ΤΟY 2009

Δημήτρης Γκίκας

Ορκωτός ελεγκτής λογιστής, Grant Thornton

Στο παρόν άρθρο παρατίθενται τα βασικά συμπεράσματα από τις έρευνες της Grant Thornton για τις εισηγμένες στο Χ.Α. εταιρείες. Στο πρώτο μέρος σχολιάζονται τα βασικότερα συμπεράσματα για τις εμπορικές εταιρείες, δηλαδή για όλους τους υπερκλάδους εκτός των τραπεζών και των ασφαλιστικών εταιρειών, ενώ στο δεύτερο μέρος σχολιάζονται τα βασικότερα συμπεράσματα που προκύπτουν από τον υπερκλάδο των τραπεζών.

 

1ο μέρος: Eμπορικές εταιρείες (σύνολο εταιρειών X.A. εκτός τραπεζών και ασφαλιστικών εταιρειών)

Το 2009 αποτέλεσε για τις εισηγμένες στο Χ.Α. εταιρείες την πρώτη χρονιά από σειρά ετών που θα κληθούν να κινηθούν σε περιβάλλον έντονης ύφεσης, με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες να περιορίζονται σημαντικά.

Με την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας να έχει υποχωρήσει σε μεγάλο βαθμό και τις δυνατότητες για χρηματοδότηση να περιορίζονται σημαντικά, το σύνολο των εισηγμένων στο Χ.Α. εταιρειών προχώρησε σε σημαντική περιστολή δαπανών, προκειμένου να μπορέσει να διαχειριστεί τις επιπτώσεις της κρίσης.

Η εφαρμογή των ΔΠΧΑ και η ευρύτητα των γνωστοποιήσεων που αυτά απαιτούν κάνει δυνατή μια πιο ουσιαστική ανάλυση της χρηματοοικονομικής επίδοσης των εισηγμένων στο Χ.Α. εταιρειών, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρoν παρουσιάζει η εξέταση της επάρκειας των γνωστοποιήσεων που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις σχετικές απαιτήσεις των προτύπων.

Από μια πρώτη ανάγνωση των οικονομικών καταστάσεων προκύπτουν τα παρακάτω βασικά συμπεράσματα: Ο κύκλος εργασιών των εισηγμένων στο Χ.Α. εταιρειών εκτός τραπεζών και ασφαλιστικών εταιρειών παρουσιάζεται κατά 12% μειωμένος, με το 74% των εταιρειών περίπου να εμφανίζουν μείωση σε σχέση με το 2008. Η μείωση αυτή αφορά κατά 64% πέντε μόνο εταιρείες.

Το 54% των εταιρειών εκτός τραπεζών και ασφαλιστικών εταιρειών εμφανίζουν κέρδη μετά φόρων, ενώ το 61% των εταιρειών εμφανίζουν μείωση των κερδών τους ή ακόμα μεγαλύτερες ζημιές από την προηγούμενη χρήση. Τα συνολικά κέρδη μετά φόρων εμφανίζονται αυξημένα κατά 16%, με την αύξηση αυτή όμως να αφορά κυρίως μόνο μία εταιρεία, η οποία παρουσιάζει αύξηση στα κέρδη μετά φόρων 1 δισ. ευρώ περίπου. Αν δεν λάβουμε υπόψη την επίδραση της συγκεκριμένης εταιρείας, τα κέρδη μετά φόρων των εισηγμένων στο Χ.Α. εταιρειών εκτός τραπεζών και ασφαλιστικών εταιρειών εμφανίζονται μειωμένα κατά 25%, ποσοστό που αντικατοπτρίζει την πραγματική εικόνα για τη χρηματοοικονομική επίδοση των περισσότερων επιχειρήσεων. Τα κέρδη προ φόρων επενδυτικών χρηματοδοτικών αποτελεσμάτων και αποσβέσεων εμφανίζονται αυξημένα κατά 7%, ενώ, αν δεν ληφθεί υπόψη η παραπάνω επίδραση από τη συγκεκριμένη εταιρεία, εμφανίζουν μείωση κατά 8%. Επτά υπερκλάδοι από τους 16 παρουσιάζουν βελτίωση των κερδών μετά φόρων, αλλά με τη βελτίωση αυτή να αφορά συγκεκριμένες εταιρείες, των οποίων τα μεγέθη στην ουσία καθορίζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τα αποτελέσματα του κάθε υπερκλάδου (π.χ. ΔΕΗ στις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, Coca-Cola ΕΕΕ Α.Ε. στα τρόφιμα και ποτά κ.λπ.)

Η επιβάρυνση των εταιρειών από την τρέχουσα φορολογία παρουσιάζεται αυξημένη κατά 30%, κυρίως λόγω της έκτακτης εισφοράς που επιβάρυνε τα αποτελέσματα της χρήσης του 2009.

Οι εμπορικές απαιτήσεις παρουσιάζουν μείωση κατά 1% περίπου, με τις προβλέψεις όμως για επισφαλείς απαιτήσεις να εμφανίζουν αύξηση κατά 4%.

Ο δανεισμός των εταιρειών εμφανίζεται μειωμένος κατά 2%, με τις εταιρείες να μην έχουν τις ίδιες δυνατότητες με το πρόσφατο παρελθόν για χρηματοδότηση από τις τράπεζες. Ο μακροπρόθεσμος τραπεζικός δανεισμός αντιπροσωπεύει το 62% περίπου του συνολικού δανεισμού για το 2009, ποσοστό που διαφοροποιείται ελάχιστα σε σχέση με το 2008. Ο δείκτης του δανεισμού ως προς τα ίδια κεφάλαια εμφανίζεται ελαφρώς βελτιωμένος κατά 3% κατά το 2009, αλλά παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα: 0,89 από 0,92 το 2008.

Η ρευστότητα των εταιρειών εμφανίζεται μειωμένη κατά 18%, με το 48% των εταιρειών να παρουσιάζουν μείωση στα ταμειακά διαθέσιμα και ισοδύναμα. Προχωρώντας στα ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά των επιμέρους γνωστοποιήσεων που περιλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις θα μπορούσαμε να σημειώσουμε:

  • Τη μειωμένη υπεραξία από εξαγορά επιχειρήσεων που αναγνωρίστηκε στη χρήση σε σχέση με το 2008.
  • Το μικρό ποσοστό των εταιρειών που παρέχουν πληροφορίες για τον έλεγχο απομείωσης της υπεραξίας.
  • Τη βελτίωση της ποιότητας και πληρότητας των γνωστοποιήσεων αναφορικά με τους κινδύνους που διατρέχουν οι επιχειρήσεις και τη μέτρηση των κινδύνων αυτών, με αρκετά όμως περιθώρια βελτίωσης να υπάρχουν ακόμα.
  • Το αυξημένο ποσό των καθυστερημένων αλλά μη απομειωμένων απαιτήσεων που γνωστοποίησαν οι επιχειρήσεις.
  • Την αύξηση των προβλέψεων που σχηματίστηκαν για επισφαλείς απαιτήσεις και υποτίμηση αποθεμάτων σε συνδυασμό με τη μείωση της μικτής αξίας των εμπορικών απαιτήσεων και των αποθεμάτων.
  • Το ότι μόλις 6 εταιρείες δημοσίευσαν τρίτη συγκριτική στήλη στην κατάσταση χρηματοοικονομικής θέσης.
  • Το σταθερά υψηλό ποσοστό των εταιρειών που παρέχουν επαρκείς γνωστοποιήσεις για συνδεδεμένα μέρη.
  • Το σταθερά υψηλό ποσοστό των εταιρειών που παρέχουν επαρκείς γνωστοποιήσεις για ενδεχόμενες υποχρεώσεις.

Από την ανάγνωση των εκθέσεων ελέγχου που χορήγησαν οι ορκωτοί ελεγκτές. είναι ενθαρρυντικό το γεγονός ότι χορηγήθηκαν εκθέσεις ελέγχου με σύμφωνη γνώμη σε ποσοστό 97,5%, γεγονός που αποτελεί ένδειξη ορθότερης εφαρμογής των απαιτήσεων των προτύπων από μέρους των επιχειρήσεων. Εντούτοις, συνεχίζουν να χορηγούνται εκθέσεις ελέγχου με θέματα έμφασης τα οποία κυρίως αφορούν τη μη διενέργεια προβλέψεων για ενδεχόμενους φόρους ή δικαστικές αγωγές, κάνοντας φανερό το γεγονός ότι έχει καθιερωθεί από τις επιχειρήσεις ως πρακτική η μη διενέργεια ή η υποεκτίμηση των σχετικών προβλέψεων.

Σε ορισμένες εταιρείες είναι εμφανές ότι  υποβαθμίζεται συστηματικά η παροχή σημαντικών πληροφοριών. Ορατός είναι πλέον ο κίνδυνός να υποβαθμιστεί η αξία κάποιων γνωστοποιήσεων, είτε λόγω δυσκολιών στην παροχή της πληροφόρησης είτε λόγω απροθυμίας παροχής τους από τις διοικήσεις των εταιρειών. Συνέπεια αυτού είναι να παγιώνεται η παράθεση ελλιπών ή η παράλειψη γνωστοποιήσεων για κάποιες συναλλαγές. Ορισμένα παραδείγματα που πρέπει να επισημάνουμε είναι:

  •  Η μη γνωστοποίηση πληροφοριών που έχουν να κάνουν με την αντιστάθμιση κινδύνων και του τρόπου παρακολούθησης της αποτελεσματικότητάς τους.
  • Η ελλιπής πληροφόρηση αναφορικά με αποθεματικά αντιστάθμισης.
  • Η ελλιπής πληροφόρηση του αποτελέσματος που προέκυψε από αποτίμηση παραγώγων.
  • Η ελλιπής πληροφόρηση του αποτελέσματος που προέκυψε από αποτίμηση χρηματοοικονομικών στοιχείων στην εύλογη αξία μέσω αποτελεσμάτων αλλά και διαθεσίμων προς πώληση χρηματοοικονομικών στοιχείων.
  • Η μη γνωστοποίηση πληροφοριών σχετικά με το ύψος των ενσώματων ακινητοποιήσεων που κατέχονται με χρηματοδοτική μίσθωση.
  • Η μη διακριτή γνωστοποίηση και παρακολούθηση αποθεματικών που συνδέονται με αναπροσαρμογές σε εύλογες αξίες στοιχείων του ενεργητικού.
  • Η μη διακριτή πληροφόρηση του αποτελέσματος που προέκυψε από αποτίμηση στην εύλογη αξία επενδύσεων σε ακίνητα.
  • Η ελλιπής πληροφόρησητουμητιμολογημένου ποσού εσόδου από κατασκευαστικές συμβάσεις.
  • Η ελλιπής γνωστοποίηση του εξόδου με το οποίο επιβαρύνθηκε η χρήση από πληρωμές βασιζόμενες σε συμμετοχικούς τίτλους.
  • Η μη γνωστοποίηση της φύσης των λοιπών προβλέψεων.
  • Η μη γνωστοποίηση πληροφοριών σχετικά με τα παράγωγα χρηματοοικονομικά στοιχεία.
  • Η μη γνωστοποίηση πληροφοριών σχετικά με τον έλεγχο απομείωσης της υπεραξίας από την ενοποίηση επιχειρήσεων.
  • Η σε αρκετές περιπτώσεις ανεπάρκεια παραπομπών στις Οικονομικές Καταστάσεις σε αντίστοιχες σημειώσεις και η ανεπάρκεια επεξηγήσεων για σημαντικές παραδοχές και εκτιμήσεις της διοίκησης.

Στην έρευνα αποτυπώνεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο η πτωτική πορεία των μεγεθών των εισηγμένων στο Χ.Α. εταιρειών, με λίγες μόνο εταιρείες να διατηρούν ή και να αυξάνουν τα μεγέθη τους. Η ίδια εικόνα παρουσιάζεται και στο πρώτο εξάμηνο του 2010, με τα αποτελέσματα (κέρδη μετά φόρων και EBITDA) να εμφανίζονται σημαντικά μειωμένα σε σχέση με το αντίστοιχό εξάμηνο του 2009.

2ο μέρος: εισηγμένες τράπεζες – χρήση 2009: συνοπτική παρουσίαση χρηματοοικονομικής επίδοσης

Δεδομένων των κινδύνων και αβεβαιοτήτων που εμπεριέχει η οικονομική συγκυρία, οι τράπεζες κατά τη χρήση 2009 εφάρμοσαν συντηρητική και προσεκτική πολιτική αναφορικά με την επέκταση των δραστηριοτήτων τους. Οι γενικότερες συνθήκες κρίνονται περιοριστικές για τον τραπεζικό τομέα, καθώς τα περιθώρια κινδύνου σε παγκόσμιο επίπεδο παραμένουν αυξημένα.

 

Ανάλυση οικονομικής θέσης

Κατά τη διάρκεια της χρήσης 2009 οι εισηγμένες ελληνικές τράπεζες σημείωσαν οριακή ανάπτυξη των εργασιών τους και σημαντικό περιορισμό της πιστωτικής τους επέκτασης, γεγονός που καταδεικνύει την επιφυλακτικότητά τους να αυξήσουν τις χορηγήσεις τους στο πλαίσιο ενός ιδιαίτερα δύσκολου οικονομικού περιβάλλοντος. Χαρακτηριστικό της περιόδου που έληξε την 31 Δεκεμβρίου 2009 είναι επίσης το γεγονός ότι τα δάνεια μετά από προβλέψεις αυξήθηκαν όσο περίπου και οι καταθέσεις, διατηρώντας το σχετικό δείκτη δάνεια προς καταθέσεις πελατών στα ίδια με τα περσινά επίπεδα του 110%. Το σύνολο των δανείων μετά από προβλέψεις των εισηγμένων τραπεζών αυξήθηκε κατά 7,6 δισ. ευρώ, ήτοι ποσοστό 2%, ενώ το σύνολο του ενεργητικού τους κατά 7% και ανήλθε σε 497 δισ. ευρώ, σε σχέση με 466 δισ. ευρώ κατά τη συγκριτική περίοδο 2008.

Το σύνολο του ενεργητικού των εισηγμένων τραπεζών αυξήθηκε με ρυθμό σημαντικά μεγαλύτερο από το ρυθμό αύξησης των δανείων, κυρίως λόγω της αύξησης του χαρτοφυλακίου συναλλαγών (εμπορικό και εύλογης αξίας μέσω των αποτελεσμάτων) και του επενδυτικού χαρτο φυλακίου (διαθέσιμο προς πώληση και κατεχόμενο μέχρι τη λήξη), κατά 28% και 34% αντίστοιχα. Εννέα από τις συνολικά 13 εισηγμένες τράπεζες σημείωσαν αύξηση του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού τους, ενώ σε τέσσερις τράπεζες παρουσιάστηκε μείωση. Αξίζει να σημειωθεί ότι, επιπρόσθετα της Εθνικής Τράπεζας, άλλες έξι τράπεζες παρουσίασαν αύξηση του συνόλου του ενεργητικού τους μεγαλύτερη από το μέσο όρο του 7%.

Μοχλό ανάπτυξης του συνόλου του ενεργητικού αποτέλεσαν οι επενδύσεις σε κρατικά, κυρίως, χρεόγραφα. Συνολικά τα χρεόγραφα αυξήθηκαν κατά 20 περίπου δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας τα 2/3 περίπου της ετήσιας ανάπτυξης του ενεργητικού των εισηγμένων τραπεζών. Οι νέες αυτές επενδύσεις σε ομόλογα χρηματοδοτήθηκαν μέσω της ΕΚΤ, οδηγώντας έτσι σε αύξηση των υποχρεώσεων προς πιστωτικά ιδρύματα κατά 30%. Συνολικά οι υποχρεώσεις προς πιστωτικά ιδρύματα αυξήθηκαν κατά 24 δισ. ευρώ. Αντίθετα, η δυσκολία επανέκδοσης των πιστωτικών τίτλων που έληξαν κατά τη διάρκεια του έτους οδήγησε σε μείωση του αντίστοιχου κονδυλίου κατά 28%.

Oι αποπληρωμές πιστωτικών τίτλων, οι οποίες για ορισμένες τράπεζες καλύφθηκαν από λειτουργικές ροές ή και μείωση διαθεσίμων. Ως προς το δείκτη κεφαλαιακής επάρκειας, αυτός διαμορφώνεται κατά μέσο όρο στο 12,13% το 2009 έναντι 9,57% το προηγούμενο έτος.

 

Επάρκεια προβλέψεων

Παρά την αξιοσημείωτη αύξηση των διενεργούμενων προβλέψεων, το ποσοστό αύξησης των σωρευτικών προβλέψεων (38%) υπολείπεται σημαντικά του ποσοστού αύξησης των χορηγήσεων σε απομείωση και καθυστέρηση άνω των 90 ημερών (53%). Αυτό είχε ως συνέπεια να μειωθεί το ποσοστό κάλυψης των χορηγήσεων σε απομείωση και καθυστέρηση άνω των 90 ημερών από 47% το 2008 σε 42% το 2009. Είναι αξιοσημείωτο ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν σημαντικά σε σχέση με την προηγούμενη χρήση. Η τάση αυτή, που είχε ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στις οικονομικές καταστάσεις του 2008, είναι πιθανόν να οξυνθεί ακόμη, καθώς ο αριθμός των δανειοληπτών που παρουσιάζουν αδυναμία να ικανοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους αναμένεται να αυξηθεί εν μέσω της οικονομικής κρίσης. Το ποσοστό των δανείων σε καθυστέρηση άνω των 90 ημερών και αυτών που έχουν υποστεί απομείωση της αξίας τους ως προς το σύνολο των χορηγήσεων ανήλθε σε 8,53% το 2009 σε σχέση με 5,75% το 2008, ενώ το ποσοστό των απομειωμένων σε 7,30% από 4,91% το 2008.

 

Ανάλυση αποτελεσμάτων

Η περίοδος που έληξε την 31 Δεκεμβρίου 2009 αποτελεί άλλη μια κερδοφόρα χρήση για την πλειονότητα των τραπεζών, με τα συγκεντρωτικά καθαρά κέρδη να ανέρχονται σε 1.208 εκ. ευρώ, μειωμένα όμως κατά 64% σε σχέση με την προηγούμενη χρήση.

Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση των επιτοκίων καταθέσεων κατά τη διάρκεια του 2009, η πολύ μεγάλη αύξησή τους κατά το τέλος του 2008, λόγω της κρίσης ρευστότητας, είχε σημαντική επίδραση στο καθαρό επιτοκιακό περιθώριο, το οποίο μειώθηκε από 2,85% σε 2,60%. Έτσι, παρά τη σημαντική αύξηση του μέσου όρου των τοκοφόρων στοιχείων του ενεργητικού, τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν οριακά μόλις κατά 1%. Αντίθετα, και παρά την προσπάθεια που κατέβαλαν οι εισηγμένες τράπεζες για συγκράτηση των λειτουργικών τους δαπανών, το σύνολό τους αυξήθηκε κατά 7%, σε αντίθεση με το σύνολο των λειτουργικών εσόδων που αυξήθηκε μόλις κατά 3%, οδηγώντας έτσι σε μείωση των κερδών προ φόρων και προβλέψεων κατά 2%. Οι κατά 62% αυξημένες σε σχέση με την προηγούμενη χρήση προβλέψεις απορρόφησαν το 74% των λειτουργικών κερδών προβλέψεων.

Τέλος, τα καθαρά κέρδη μετά φόρων επιβαρύνθηκαν επιπλέον με την έκτακτη εισφορά ύψους 723 εκ. ευρώ, με συνέπεια τον περιορισμό της συνολικής αποδοτικότητας των τραπεζών ως προς τα ίδια κεφάλαιά τους σε ποσοστό μόλις 3,71% έναντι 11,40% την προηγούμενη χρονιά.

 

Ταμειακές ροές

Το 2009 οι τράπεζες συνέχισαν να παρουσιάζουν θετικές λειτουργικές ροές, κυρίως ως αποτέλεσμα του περιορισμού της πιστωτικής επέκτασης, γεγονός που αναδεικνύει τη μερική επιτυχία της προσπάθειας για τη διαχείριση των προβλημάτων ρευστότητας. Για αρκετές μάλιστα τράπεζες οι εκροές για νέα δάνεια είναι μικρότερες των εισροών από καταθέσεις, ωστόσο συνολικά οι εκροές για νέα δάνεια υπερβαίνουν τις εισροές από νέες καταθέσεις. Παρόλα αυτά, επισημαίνεται ότι σημαντικό μέρος των θετικών λειτουργικών ροών προέρχεται από βραχυπρόθεσμη χρηματοδότηση της ΤTE μέσω ενεχυρίασης πιστωτικών τίτλων.

Συμμόρφωση με διεθνή πρότυπα Χρηματοοικονομικής Αναφοράς

Στις οικονομικές καταστάσεις των τραπεζών για τη χρήση που έληξε την 31 Δεκεμβρίου 2009 δεν παρουσιάζονται σημαντικές ελλείψεις αναφορικά με την επάρκεια των παραπομπών για τα οικονομικά στοιχεία της Κατάστασης Οικονομικής Θέσης και της Κατάστασης Συγκεντρωτικών Συνολικών Εσόδων σύμφωνα με το αναθεωρημένο ΔΛΠ 1. Σημειώνεται ότι μία τράπεζα προέβη σε παρουσίαση και δεύτερης συγκριτικής καταστάσεως οικονομικής θέσης λόγω ανακατάταξης στοιχείων των οικονομικών καταστάσεων, σύμφωνα με το αναθεωρημένο ΔΛΠ 1. Η συμμόρφωση των τραπεζών αναφορικά με τις απαιτήσεις του ΔΠΧΑ 7 κατά την 3η χρήση υποχρεωτικής εφαρμογής του κρίνεται σε γενικές γραμμές ικανοποιητική. Ωστόσο, περιοχές που χρήζουν βελτίωσης και στην τρέχουσα χρήση αποτελούν η ληκτότητα των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων, η γεωγραφική συγκέντρωση του πιστωτικού κινδύνου των στοιχείων του ενεργητικού, καθώς και η βελτίωση της παρεχόμενης πληροφόρησης αναφορικά με την πιστωτικη διαβάθμιση των απαιτήσεων.