• Σήμερα είναι: Τρίτη, 26 Μαΐου, 2020

Ξέπλυμα χρήματος: Η αξιολόγηση της Ελλάδας από τη FATF. Ποιο είναι το επόμενο βήμα. Ειρήνη Ι. Παπαδοπούλου. Audit Partner, Risk Management Director, ΣΟΛ Crowe

Στις αρχές Σεπτεμβρίου 2019 δημοσιεύτηκε η έκθεση αξιολόγησης της Ελλάδας από τη FATF (Financial Action Task Force), σχετικά με την καταπολέμηση της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες και τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας.

Η αντίστοιχη προηγούμενη αξιολόγηση είχε γίνει το 2007, με follow up reports το 2010 και 2011. Ήδη από τον Οκτώβριο του 2011, η Ελλάδα είχε επιδείξει υψηλό βαθμό συμμόρφωσης στις υποδείξεις της FATF σε σχέση με την αρχική αξιολόγηση (2007), ενώ διαπιστώθηκε ότι η Ελλάδα είχε λάβει επαρκή μέτρα για την αντιμετώπιση των ελλείψεων που εντοπίστηκαν για τις προαναφερόμενες συστάσεις. Κατά την επανεξέταση του 2011 η Ελλάδα χαρακτηρίστηκε σε βασικό ή και σε μεγάλο βαθμό συμμορφούμενη με τις σχετικές συστάσεις.

Με βάση τα συμπεράσματα της έκθεσης αξιολόγησης του Σεπτεμβρίου, η χώρα μας υπάγεται στη διαδικασία της κανονικής παρακολούθησης (regular follow-up).

Σύμφωνα με την έκθεση αξιολόγησης, η Ελλάδα έχει υιοθετήσει ένα σχέδιο αντιμετώπισης του ξεπλύματος χρήματος και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, στηριζόμενη στα ευρήματα της Εθνικής Αξιολόγησης Κινδύνων που υιοθετήθηκε το Μάιο 2018. Η εν λόγω αξιολόγηση, στηρίχθηκε σε προσέγγιση στηριζόμενη στους κινδύνους (Risk based approach) για ξέπλυμα χρήματος (ΞΧ) και χρηματοδότηση της τρομοκρατίας (ΧΤ).

Τα «δυνατά σημεία» της Ελλάδας από την αξιολόγησή της στη συγκεκριμένη έκθεση συνοψίζονται στα εξής:

 Οι στόχοι των περισσότερων ελληνικών αρχών είναι συνεπείς με τους προσδιορισμένους κινδύνους για ΞΧ/ΧΤ και τις εφαρμοζόμενες εθνικές πολιτικές.

 Η Εθνική Επιτροπή Στρατηγικής παίζει σημαντικό ρόλο στην αποτελεσματική συνεργασία και τον συντονισμό ως προς τη χάραξη εθνικής πολιτικής για ΞΧ/ΧΤ.

 Γίνεται αποτελεσματική χρήση από τις αρχές των πληροφοριών που συλλέγονται, προκειμένου να στοιχειοθετηθούν τα αδικήματα που σχετίζονται με ΞΧ/ΧΤ.

 Οι ελληνικές αρχές χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τα εργαλεία που διαθέτουν για την κατάσχεση και δέσμευση περιουσιακών στοιχείων από εγκληματικές δραστηριότητες.

 Οι δραστηριότητες που αφορούν χρηματοδότηση της τρομοκρατίας έχουν διερευνηθεί και αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από τις αρχές, οι οποίες έχουν προβεί σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, προκειμένου να διακοπεί η ροή χρήματος, ακόμα και αν δεν υπήρξαν καταδικαστικές αποφάσεις.

 Η Ελλάδα κατάσχει σε ικανοποιητικό βαθμό περιουσιακά στοιχεία όσων σχετίζονται με τη χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και έχει προβεί σε δέσμευση ευρέως φάσματος περιουσιακών στοιχείων.

 Υπάρχει αποτελεσματική συνεργασία και συντονισμός μεταξύ τελωνειακών και λοιπών αρχών για την καταπολέμηση της χρηματοδότησης και διάδοσης παράνομων οπλικών συστημάτων και επιβάλλονται στοχευμένες οικονομικές κυρώσεις.

 Τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα κατανοούν επαρκώς τις υποχρεώσεις τους για το ΞΧ/ΧΤ και των σχετικών με αυτά κινδύνων. Επίσης, εφαρμόζουν κατάλληλα μέτρα πρόληψης με βάση την ευαισθησία τους στον κίνδυνο.

 Η εποπτεία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων κρίθηκε ικανοποιητική, καθώς και ο βαθμός κατανόησης από τις εποπτικές αρχές των κινδύνων του χρηματοπιστωτικού τομέα.

 Οι ελληνικές αρχές επιδεικνύουν ισχυρή δέσμευση για διεθνή συνεργασία και σε επιχειρησιακό επίπεδο όλες οι σχετιζόμενες με τη δίωξη εγκλημάτων αρχές έχουν αποδείξει αποτελεσματική συνεργασία με τους αντίστοιχους διεθνείς φορείς.

 Οι ελληνικές αρχές έχουν ισχυρή επαγρύπνηση ως προς τους διαφορετικούς τύπους τρομοκρατικής δραστηριότητας που μπορεί ή θα μπορούσε να λαμβάνει χώρα στην Ελλάδα.

 Τα πιστωτικά ιδρύματα εφαρμόζουν επαρκώς προληπτικά μέτρα δέουσας επιμέλειας για τον πελάτη, βασισμένη στην εκτίμηση του κινδύνου, ενισχυμένα μέτρα δέουσας επιμέλειας για πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα και τηρούν με αυστηρότητα τη διαδικασία παρακολούθησης πελατών και πραγματικών δικαιούχων.

Αντίστοιχα, οι αξιολογητές της FATF διαπίστωσαν κάποιες ελλείψεις ή και αδυναμίες στους μηχανισμούς ανίχνευσης και αντιμετώπισης φαινομένων ΞΧ/ΧΤ, τις οποίες ανέπτυξαν στην έκθεση. Οι εν λόγω αδυναμίες, εντοπίζονται στα εξής:

 Δεν έχει ακόμα οριστικοποιηθεί από την Ελλάδα η εθνική στρατηγική για την καταπολέμηση της τρομοκρατίας.

 Όταν οι υποθέσεις ακολουθούν τη δικαστική οδό, αντιμετωπίζουν αδικαιολόγητες καθυστερήσεις.

 Η δυσκολία να στηριχθεί μια πράξη ως αδίκημα πέραν κάθε αμφιβολίας, ώστε να στοιχειοθετηθεί η παράνομη προέλευση κεφαλαίων, κάνει δύσκολο το έργο της ανίχνευσης, της δίωξης και καταδίκης των πράξεων αυτών.

 Δύσκολα αναγνωρίζονται περιστατικά ΞΧ παράλληλα με άλλα αδικήματα και, ως εκ τούτου, σπάνια αναγνωρίζονται οι διαμεσολαβητές ή επαγγελματίες ξεπλύματος χρήματος.

 Δεν συλλέγονται πληροφορίες και δεν τηρούνται στατιστικά στοιχεία των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί και σχετίζονται με ΞΧ/ΧΤ, προκειμένου να χαρακτηριστούν οι κυρώσεις ως αναλογικές ή αποτρεπτικές.

 Οι καθυστερήσεις στις διαδικασίες δίωξης και προσφυγής αποτρέπουν την αποτελεσματική κατάσχεση περιουσιακών στοιχείων, ενώ η έλλειψη λεπτομερών στατιστικών δυσκολεύει την απόδειξη του βαθμού μόνιμης κατάσχεσης των περιουσιακών στοιχείων στους εγκληματίες.

 Οι κυρώσεις για ψευδή δήλωση ή μη δήλωση χρημάτων ή ανώνυμων διαπραγματεύσιμων τίτλων δεν είναι αναλογικές ή αποτρεπτικές.

 Υπάρχουν κατηγορίες μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων και επαγγελμάτων για τη λειτουργία των οποίων δεν έχει αποκτηθεί ακόμα βαθιά γνώση, όπως και για τους φορείς που θα πρέπει να τις εποπτεύουν. Τέτοιες είναι οι ΜΚΟ και τα συστήματα μεταφοράς άτυπων κεφαλαίων, για τις οποίες δεν έχει διενεργηθεί ακόμα εκτεταμένη αξιολόγηση κινδύνου, συνεπώς και η εποπτεία τους καθίσταται ελλιπής.

 Στα χαρακτηριζόμενα ως μη χρηματοπιστωτικά επαγγέλματα είναι περιορισμένη η κατανόηση των κινδύνων και υποχρεώσεών τους για ΞΧ/ΧΤ από τις εποπτικές αρχές. Παρατηρήθηκε υποβολή μικρού αριθμού καταγγελιών για ύποπτες συναλλαγές σε κάποιες κατηγορίες αυτού του κλάδου.

 Δεν υπάρχουν επαρκείς πόροι ώστε να διευκολυνθούν οι εποπτικές αρχές του χρηματοπιστωτικού τομέα να χρησιμοποιήσουν πλήρως τα απαιτούμενα εργαλεία εποπτείας (όπως π.χ. την επιτόπια επιθεώρηση).

 Σπάνια επιβάλλονται ποινικές διώξεις πέραν των προστίμων, τόσο στα πιστωτικά ιδρύματα όσο και στους λοιπούς κλάδους.

– Δεν έχει λειτουργήσει, έως τη σύνταξη της έκθεσης, το Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων.

 Οι πληροφορίες των ελληνικών νηολογημένων ναυτιλιακών εταιρειών τηρούνται σε χειρόγραφο μητρώο, με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η πρόσβαση σε ενημερωμένες και πλήρεις πληροφορίες για τον τομέα αυτό, ο οποίος έχει χαρακτηριστεί από την αξιολόγηση ως «υψηλού κινδύνου».

 Οι καθυστερήσεις στις δικαστικές διαδικασίες επηρεάζουν αρνητικά την ικανότητα της Ελλάδας να λαμβάνει αμοιβαία δικαστική συνδρομή και να προβαίνει σε έκδοση προσώπων που επιδεικνύουν εγκληματική δραστηριότητα διεθνώς.

 Η έλλειψη τήρησης στατιστικών στοιχείων εμποδίζει την εκτίμηση και βελτίωση της αποτελεσματικότητας της χώρας σε θέματα αμοιβαίας δικαστικής συνδρομής και διεθνούς συνεργασίας.

 Θα πρέπει να αναπτυχθούν περισσότερο οι σχέσεις συνεργασίας των ελληνικών συνοριακών αρχών, ώστε να αναπτυχθούν πιο ολοκληρωμένες χρηματοοικονομικές πληροφορίες για διασυνοριακά θέματα.

 Οι μικρότεροι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί, ιδίως οι πάροχοι υπηρεσιών μεταφοράς κεφαλαίων και αξιών, αντιμετωπίζουν έλλειψη πόρων για να καταπολεμήσουν φαινόμενα παράνομης μετανάστευσης.

 Δεν έχει ακόμα παρασχεθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος λεπτομερής καθοδήγηση, ως προς τους μη τραπεζικούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, σχετικά με το ΞΧ/ΧΤ.

 Οι μηχανισμοί ελέγχου εισόδου προσώπων στη χώρα μας είναι ανεπαρκείς σε διάφορους τομείς που μπορεί να παρουσιάζουν υψηλό βαθμό κινδύνου. Υπάρχει μεγάλος αριθμός κτηματομεσιτών χωρίς άδεια, γεγονός που αυξάνει τον κίνδυνο αγοράς ακινήτων για ξέπλυμα.

 Έχουν παρατηρηθεί από τις εποπτικές αρχές ελλείψεις στα λογιστικά (όχι ελεγκτικά), νομικά και κτηματομεσιτικά επαγγέλματα, ενώ δεν έχουν επιβληθεί διορθωτικά μέτρα για αποτυχίες σε θέματα ΞΧ/ΧΤ.

 Υφίστανται πάνω από 10.000 ανώνυμες εταιρείες με ανώνυμες μετοχές, η κατάργηση των οποίων εκκρεμεί με βάση τον ν. 4548/2018 έως τον Ιανουάριο του 2020.

Με βάση τα ανωτέρω, η Ελλάδα θα πρέπει, σύμφωνα με τους αξιολογητές, να δώσει προτεραιότητα σε κάποιες δράσεις, ώστε να ευθυγραμμιστεί με τις κανονιστικές απαιτήσεις και να βελτιώσει τη θέση της στην ανίχνευση και καταπολέμηση ΞΧ/ΧΤ.

Τέτοιες δράσεις, ενδεικτικά, αφορούν:

 Την άμεση εφαρμογή εθνικής στρατηγικής σε ζητήματα ΞΧ/ΧΤ.

 Την αντιμετώπιση των καθυστερήσεων στις ποινικές διώξεις αδικημάτων ΞΧ/ΧΤ και τη γενικότερη δικαστική διαχείριση τέτοιων αδικημάτων, ώστε να επιτυγχάνονται λύσεις μόνιμες, χωρίς δικαίωμα αναβολής και, κατά περίπτωση, επιλογή και εξώδικης επίλυσης.

 Τη θέσπιση διαδικασιών για ποινικοποίηση των αδικημάτων ΞΧ/ΧΤ χωρίς να απαιτούνται αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούν χρονοβόρες διαδικασίες.

 Την αξιολόγηση των κινδύνων σε όλες τις κατηγορίες επαγγελμάτων, παρέχοντας κατευθυντήριες γραμμές σε κάθε τομέα.

 Την ανάπτυξη ολοκληρωμένων εθνικών στατιστικών στοιχείων για την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων από τις ληφθείσες ενέργειες σε όλα τα θέματα ΞΧ/ΧΤ που αντιμετωπίζονται.

 Να θεσπιστούν κυρώσεις αποτελεσματικές, αναλογικές και αποτρεπτικές.

Ποιο είναι το επόμενο βήμα;

Η ένταξη της Ελλάδος στη διαδικασία κανονικής παρακολούθησης από τη FATF σε θέματα ΞΧ/ΧΤ σίγουρα επιβραβεύει τη συντονισμένη προσπάθεια των αρμόδιων αρχών, αλλά δημιουργεί και αυξημένο αίσθημα ευθύνης για τη διατήρηση της επαγρύπνησης ως προς τους οιονεί κινδύνους και την εξάλειψη των εντοπισμένων αδυναμιών, προκειμένου να ισχυροποιηθούν οι μηχανισμοί πρόληψης, ανίχνευσης και καταστολής φαινομένων ΞΧ/ΧΤ.

Ήδη έχει ενεργοποιηθεί το Κεντρικό Μητρώο Πραγματικών Δικαιούχων, μένει όμως να δοκιμαστεί η χρήση του, για να αποτελέσει εύχρηστο εργαλείο εντοπισμού και επιβεβαίωσης των πραγματικών δικαιούχων από τα υπόχρεα πρόσωπα.

Επίσης, εκκρεμεί η εισαγωγή στην ελληνική νομοθεσία των Κοινοτικών Οδηγιών για το ΞΧ/ΧΤ (5η και 6η Οδηγίες), οι οποίες θέτουν αυστηρότερους κανόνες παρακολούθησης προσώπων και συναλλαγών και επιβολής ποινών.

Συγκεκριμένα, η 5η Οδηγία (2018/843 ΕΕ), με υποχρεωτική εισαγωγή στο εθνικό δίκαιο από τη 10η Ιανουαρίου 2020, καινοτομεί στα εξής:

 Απαιτείται περισσότερη διαφάνεια όσον αφορά την ιδιοκτησία εταιρειών και τα εμπιστεύματα (trusts). Τα μητρώα των πραγματικών κατόχων εταιρειών θα μπορούν να είναι προσιτά σε όλους.

 Το εικονικό νόμισμα, όπως οι πλατφόρμες ανταλλαγής bitcoin και οι φορείς παροχής πορτοφολιού υποχρεούνται να ελέγξουν ποιοι είναι οι πελάτες τους, τερματίζοντας την ανωνυμία που σχετίζεται με αυτές τις ανταλλαγές.

 Ενισχύεται η ηλεκτρονική παρακολούθηση στο Due Diligence των πελατών.

Αντίστοιχα, η 6η Οδηγία (2018/1673 ΕΕ), που εισάγεται υποχρεωτικά στο εθνικό δίκαιο από την 3η Δεκεμβρίου 2020, υπαγορεύει τα κάτωθι:

– Δημιουργείται «ενιαία λίστα αξιόποινων πράξεων» και εισάγονται στη νομοθεσία 22 αδικήματα που πρέπει να ποινικοποιούνται. Η «Βοήθεια», η «Συνέργεια», η «Προσπάθεια» και η «Υποκίνηση» στο ΞΧ/ΧΤ, θεωρούνται αδικήματα.

 Επεκτείνεται η ποινική ευθύνη σε νομικά πρόσωπα, καθώς και σε άτομα με ορισμένες θέσεις (ευθύνης, λήψης αποφάσεων, άτομα με εξουσία ελέγχου…)

 Εισάγονται αυστηρότερες ποινές.

 Αίρονται τα εμπόδια για τη διασυνοριακή δικαστική και αστυνομική συνεργασία.

 Ευθυγραμμίζονται οι κανόνες της Ε.Ε. με διεθνείς υποχρεώσεις.

Είναι βέβαιο ότι η καταπολέμηση του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, τόσο από την Ελλάδα όσο και από τα υπόλοιπα κράτη μέλη της Ε.Ε., απαιτούν διαρκείς επικαιροποιήσεις τόσο στις κοινοτικές Οδηγίες όσο και στις εθνικές νομοθεσίες, καθώς και επαναπροσδιορισμό των μηχανισμών καταπολέμησης, καθώς τα σχετιζόμενα αδικήματα εξελίσσονται συνεχώς και προπορεύονται των μηχανισμών ανίχνευσης και εξάλειψης.