• Σήμερα είναι: Κυριακή, Μάιος 19, 2019

Ενσυναίσθηση και εργασιακή εξισορρόπηση

Δρ. Γεώργιος Κ. Γάκης

 

Τα τελευταία χρόνια ακούγεται, γράφεται και αναλύεται όλο και συχνότερα η λέξη «ενσυναίσθηση». Είναι μια λέξη που η έννοιά της έχει απασχολήσει τους επιστήμονες από τα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ού αιώνα. Ο ορισμός τής έννοιας αυτής δεν έχει βρει απόλυτα σύμφωνους τους ψυχολόγους ούτε μέχρι τις μέρες μας και πολύ συχνά οι διαφορετικές προσεγγίσεις κατέληξαν σε βιβλιογραφικές αντιπαραθέσεις. 

 

Ενσυναίσθηση
Η αγγλόφωνη μετάφραση του όρου «ενσυναίσθηση» είναι το λήμμα «empathy».

Στην τεκμηριωμένη μελέτη τους, ο καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου δρ Αναστάσιος Σταλίκας και η Μάρθα Χαμοδράκα αναφέρουν πως τον όρο τον συναντάμε για πρώτη φορά από τον Vischer στα γερμανικά ως «Einfuhlung», ενώ στον χώρο της ψυχολογίας εντάσσεται το 1897 από τον Theodore Lipps. Η μετάφραση από τα γερμανικά του όρου είναι «αισθάνομαι μέσα σε…»

Στην ουσία ο Lipps μίλησε για συναισθηματική ταύτιση με τον άλλον προς κατανόησή του.

Ή το 1910 ο Titchener ή το 1918 ο Southard μετέφρασαν το «Einfuhlung» από τα γερμανικά στα αγγλικά με τον όρο «empathy» από την ελληνική λέξη «εμπάθεια».

εμπάθεια, η [emb ́aθia]: το να κυριαρχείται κάποιος από έντονα συναισθήματα εχθρότητας, κακίας ή μίσους (Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη, 1998).

Οι ψυχολόγοι, γνωρίζοντας την σημασία του «empathy» μόνο στη νέα ελληνική, προσπαθούν να βρουν μία καταλληλότερη ονομασία. Είναι ορθό όμως αυτό;

Ο Shlien αναφέρει πως πολλοί λαοί κάνουν προσπάθειες για την εύρεση κατάλληλης λέξης (Α. Σταλίκας – Μ. Χαμοδράκα, Η ενσυναίσθηση, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2004).

Για το θέμα της λέξης «empathy» – «εμπάθεια» θα πρέπει να λύσουμε μια μεγάλη παρεξήγηση.

Η μελέτη της Ιστορίας και η ανάλυση των λέξεων μάς δίδει συχνά λύσεις και διεξόδους:

Είτε πάρουμε ως ορόσημο το 1897, είτε το 1910, είτε το 1918, είναι χρονιές της μεγάλης προβολής του Greek-English Lexicon των Liddell και Scott.

Εκείνοι που έψαχναν λοιπόν όρο για το «αισθάνομαι μέσα σε…» βρήκαν τα εξής στην αγγλική έκδοση του Lexicon (στην κατοχή του γράφοντος είναι η έκδοση H.G. Liddell – R. Scott, Greek-English Lexicon, Harper & Brothers, New York, 1883):

εμπάθεια, η, passion, affection

εμπαθής, ες, in a state of emotion

πάθος, ΙΙ. of the soul of emotion, any passive emotion or affection

Εμπάθεια, λοιπόν, σύμφωνα με το λεξικό, είναι όταν κάποιος βρίσκεται μέσα σε μία συναισθηματική κατάσταση.

Ας δούμε όμως και την ετυμολογία της λέξης.

εμπάθεια: είναι σύνθετη λέξη, η οποία σχηματίζεται από τις λέξεις, εμ- και πάθος.

εν- [en], πριν από φωνήεν ή οδοντικό ή συριστικό σύμφωνο ή [n] & εμ- [em], πριν από χειλικό σύμφωνο (π, β, φ, μπ): μέσα σε αυτό (Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής, Ίδρυμα Τριανταφυλλίδη, Θεσσαλονίκη, 1998).

πάθος το [p ́aθos]: 1. συναίσθημα

Άρα λοιπόν εμπάθεια, σύμφωνα και με την ετυμολογία της λέξης, είναι όταν κά- ποιος βρίσκεται εντός μίας συναισθηματι- κής κατάστασης.

Και άρα πολύ σωστά ο Titchener ή ο Southard μετέφρασαν το «αισθάνομαι μέσα σε…» ως «empathy». Όταν το πάθος έπαψε να ορίζεται ως συναίσθημα, αλλά απέκτησε σημασία αρνητική, τότε η εμπάθεια απέκτησε τον σύγχρονο ορισμός της.

Οι Σταλίκας-Χαμοδράκα, αφού συγκέντρωσαν τις ιστορικές και τρέχουσες απόψεις, αναφέρουν πως «όλοι όσοι αποπειράθηκαν να ορίσουν την ενσυναίσθηση αναφέρθηκαν στην προσπάθεια του ατόμου να κατανοήσει στο μέγιστο βαθμό την εμπειρία κάποιου άλλου, είτε πρόκειται για συναίσθημα είτε για διανοητική κατάσταση, είτε για πλαίσιο αναφοράς» (ό.π.)

Ενώ η Μαλικιώση-Λοΐζου δίδει ένα περιεκτικό αλλά πολύ ουσιαστικό ορισμό: «Ενσυναίσθηση είναι ικανότητα εμβίωσης της κατάστασης του άλλου».

Πάντως θα πρέπει να γίνει σαφές ότι η ενσυναίσθηση δεν θα ήταν ορθό να εκληφθεί ως ταύτιση ή συμπάθεια για να μπορέσει να δώσει ορθά αποτελέσματα.

Ας μην ξεχνάμε πως αντικειμενικός στόχος είναι η κατανόηση των συναισθημάτων ή της κατάστασης που βιώνει ο άλλος, με σκοπό να τον βοηθήσουμε αν το χρειάζεται ή να μάθουμε εμείς από τη διαδικασία αυτή.

Οι ψυχολόγοι λοιπόν αναγνωρίζουν το ότι για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα τον άλλον θα πρέπει να τον αισθανθούμε.

Το ίδιο οφείλει να κάνει κι ο επικεφαλής μίας ομάδας στην επιχείρηση.

Τοποθετώντας την ενσυναίσθηση στη μέση, σύμφωνα με τη θεωρία των μεσοτήτων του Αριστοτέλη, οι δύο ακρότητες είναι η συναισθηματική αδιαφορία από τη μια και η συναισθηματική ταύτιση από την άλλη. Το μέτρο στην περίπτωση αυτή δεν έχει να κάνει μόνο με το κατά πόσο διευρυμένη είναι η διείσδυση αλλά και με το χρονικό διάστημα η οποία ετούτη λαμβάνει χώρα.

Μέσω της μεσότητας αυτής βιώνουμε την εμπειρία ή τα συναισθήματα του άλλου για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και για συγκεκριμένο σκοπό.

 

Εργασιακή και κοινωνική ενσυναίσθηση

Αν όμως είναι αναγκαία η ενσυναίσθηση μεταξύ προσώπων, τι γίνεται στην περίπτωση που εταίροι είναι πρόσωπο και οργανισμός;

Κατά τον γράφοντα η ενσυναίσθηση αποτελεί ένα από τα μέσα τα οποία μπορούν να συντελέσουν στην ανάπτυξη της κοινωνικής συνοχής.

Αν το κράτος δεν «νιώθει» τον πολίτη και το αντίστροφο, αν η επιχείρηση δεν συναισθάνεται τον εργαζόμενο και ο εργαζόμενος την επιχείρηση, αν ο διευθυντής δεν αισθάνεται την ομάδα του και αν τα μέλη της ομάδας δεν αισθάνεται το ένα το άλλο, πώς από μια απλή κοινωνική συμβίωση θα οδηγηθούμε σε κάτι πιο ευρύ, πως τελικά θα σχηματίσουμε την επιθυμητή πολιτεία;

Οι συνιστώσες που επηρεάζουν σήμερα την εργασία είναι:

  • Κράτος – νομοθεσία
  • Συνδικαλιστικές οργανώσεις
  • Επαγγελματικές ενώσεις
  • Επιχειρήσεις
  • Εργαζόμενοι

Και όλες έχουν την υποχρέωση να ενσυναισθάνονται τις υπόλοιπες. Είναι αναγκαίο, ειδικά ετούτη τη δύσκολη εποχή, να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στην επιχείρηση, με τα δεδομένα τα οποία υφίστανται και τα οποία δημιουργούν συγκεκριμένο εργασιακό περιβάλλον. Ας μη βιαστεί κάποιος να με κατηγορήσει για αποδοχή της παρούσας εργασιακής κατάστασης.

Σαφώς δεν θα μπορούσα να είμαι οπαδός της άποψης που θέλει πτυχιούχους να έχουν αμοιβή 500 ευρώ (αν δεν ανήκουν στο 1/4 του ενεργού επαγγελματικά πληθυσμού το οποίο είναι άνεργο) για να μπορέσει η χώρα να ξεπληρώσει χρέη τα οποία δημιουργήθηκαν από κακή διαχείριση, υπεξαιρέσεις και κατασπατάληση δημοσίου χρήματος από τους κρατούντες ή από επιχειρηματίες που φοροδιαφεύγουν ή που δεν επανεπένδυσαν τα κέρδη τους.

Ούτε ασπάζομαι την καταστροφική πολιτική που θέλει νεόπτωχους συνταξιούχους, εργαζόμενους, γυναίκες και άντρες, οι οποίοι ψάχνουν στα σκουπίδια για τροφή, χάριν των «αγορών».

Αλήθεια, πώς θα μπορούσα να μιλήσω για ενσυναίσθηση και εργασιακή εξισορρόπηση σήμερα, ειδικά στην Ελλάδα;

Από την άλλη πλευρά, ειδικά τώρα ίσως είναι αναγκαιότητα να μιλήσει κανείς για αυτές τις έννοιες, ως μία ύστατη προσπάθεια τα λεγόμενά του να αγγίξουν ευαίσθητες χορδές, ως μία προσπάθεια να δείξει έναν εναλλακτικό δρόμο αντί του κοινωνικού κανιβαλισμού που λαμβάνει σιγά-σιγά χώρα στην ελληνική, και όχι μόνο, κοινωνία του 2013.

 

Ολιστική ενσυναίσθηση

Η διαπροσωπική, εργασιακή και κοινωνική κατ’ επέκταση ενσυναίσθηση δεν μπορεί να αποδώσει ουσιαστικές λύσεις, κατά την άποψή μου, αν ερμηνευθεί υπό το πρίσμα του ατομικισμού.

Ακολουθώντας τις αρχές του ολισμού, θα πρέπει να εντάξει τις εκάστοτε συνιστώσες της και να τις μετασχηματίσει σε μία ενιαία ολότητα, αναγνωρίζοντας ναι μεν τις ιδιαιτερότητες της κάθε συνιστώσας, προβάλλοντάς τις όμως μέσω μίας σχέσης δυναμικής αλληλεξάρτησης, ως νέα αυτοτελή συνισταμένη με πολλαπλασιαστική ισχύ.

Την έννοια της ενσυναίσθησης, στο μέγεθος του «ολιστικού της μεγαλείου», την συνέλαβε ο Πυθαγόρας, ο οποίος την ανήγαγε μάλιστα σε «κοσμική ενσυναίσθηση».

Ο φιλόσοφος, σαφώς, δεν χρησιμοποιεί τον όρο ενσυναίσθηση αλλά «φιλία».

Σύμφωνα με το λεξικό, όμως, των Liddell – Scott, η λέξη «φιλία» σημαίνει και «συμπάθεια» και, σύμφωνα με το ίδιο λεξικό,
«συμπάθεια» (στην αρχαιοελληνική της εκδοχή) σημαίνει «να μοιράζεσαι με κάποιον τα ίδια συναισθήματα» και άρα, στο σημείο αυτό, λαμβάνει χώρα η ενσυναισθητική λειτουργία όπως την έχουμε προπεριγράψει, συμφωνά πάντα με την θεώρηση του Πυθαγόρα.

«Συνιστούσε φιλία από όλους για όλους: είτε από τους θεούς για τους ανθρώπους χάρη στην ευσέβεια και την προσεκτική λατρεία, είτε από κάποια δόγματα για κάποια άλλα, και από την απόλυτη ψυχή για το σώμα, και από το λογικό για το παράλογο –διά της φιλοσοφίας και της σύμφωνης με αυτήν θεωρίας– είτε από κάποιους ανθρώπους για κάποιους άλλους, συμπολίτες με υγιή νομιμοφροσύνη και ανθρώπους διαφορετικού φύλου, με ορθή φυσιολογία, είτε από άνδρα για γυναίκα ή αδελφούς και οικείους, μέσα από αδιάφθορη επικοινωνία (κοινωνίας αδιαστρόφου), είτε ανεξαιρέτως από όλους για όλους και, ακόμη, από κάποια άλογα ζώα, μέσω της δικαιοσύνης, της συνεπικουρίας της φύσης και της ομάδας, είτε και από το σώμα, που είναι αυτό καθαυτό θνητό, μέσα στο οποίο οι κρυμμένες ενάντια δυνάμεις ειρηνεύουν και συμβιβάζονται, με υγεία και με σωφροσύνη, με την ευημερία των κοσμικών στοιχείων. Και αφού τα συνέλαβε όλα αυτά ο από όλους αποδεκτός, ο εφευρέτης και νομοθέτης Πυθαγόρας, τα συγκεφαλαίωσε κάτω από το ένα και μοναδικό όνομα της Φιλίας» (Ιάμβλιχος, Περί του Πυθαγορικού βίου, μετ. Α. Πέτρου, Ζήτρος, Θεσσαλονίκη, 2001).

Δεν νομίζω ότι μπορεί να υπάρξει πληρέστερος ορισμός από ετούτον για να περιγράψει την ενσυναίσθηση υπό το πρίσμα της ολιστικής θεώρησης του Κόσμου.

Δεν μπορεί να υπάρξει «πόλις» (με την ευρύτερη έννοιά της) χωρίς το μείγμα αυτό της ενσυναισθητικής διαδικασίας. Δεν μπορεί να υπάρξει αντίληψη και κατανόηση του εαυτού μας, του ετέρου (φύλου ή φίλου), της κοινωνίας, της εργασίας, της φύσης και των συστατικών της, της κοσμικής εντέλει παρουσίας, δίχως την «ολιστική ενσυναισθητική» αυτή λειτουργία. Και αν δεν μπορεί να υπάρξει πόλις (όχι με την έννοια του κράτους αλλά της πραγματικής πολιτείας), αν καταστεί δηλαδή ο άνθρωπος «άπολις», «τότε ή υπάνθρωπος θα είναι, ή θεός, ή σαν τον άνθρωπο που κατηγορήθηκε από τον Όμηρο ότι είναι χωρίς οικογένεια, χωρίς νόμους και χωρίς εστία, και ένας τέτοιος άνθρωπος είναι και πολεμοχαρής (σ.σ.: άρα και επικίνδυνος για τους άλλους), αφού ζει σαν πιόνι (σε παιχνίδι), που έχει αποχωριστεί κάθε όμοιό του» (Αριστοτέλης, Πολιτικά Α, Β, Γ, μετ. Ε. Χατζηκυριάκου, DeAgostini Hellas, Αθήνα 2005).

«Η ενσυναίσθηση αντιπροσωπεύει τη θεμελιώδη δεξιότητα για όλες τις κοινωνικές ικανότητες που είναι σημαντικές για την εργασία», έγραψε ο Daniel Goleman (Η συναισθηματική νοημοσύνη στο χώρο της εργασίας, μετ. Φ. Μεγαλούδη, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 2009), και συνεχίζει αναδεικνύοντάς τις:

Κατανόηση των άλλων: Το να νιώθει κανείς τα συναισθήματα και την άποψη των άλλων και να δείχνει ενεργό ενδιαφέρον για τις ανησυχίες τους.

Προσανατολισμός προς την παροχή υπηρεσιών: Η πρόβλεψη, αναγνώριση και ανταπόκριση στις ανάγκες των πελατών.

Ανάπτυξη άλλων: Το να νιώθει κανείς τις ανάγκες ανάπτυξης των άλλων και να ενθαρρύνει τις ικανότητές τους.

Σωστός χειρισμός της διαφορετικότητας: Η καλλιέργεια ευκαιριών μέσα από διαφορετικούς ανθρώπους.

Πολιτική αντίληψη: Το να αντιλαμβάνεται κανείς τις πολιτικές και κοινωνικές τάσεις που υπάρχουν σε έναν οργανισμό.

Eίναι σκόπιμο να σημειώσουμε ότι με τη λέξη «κανείς» νοείται τόσο η επιχείρηση όσο και ο εργαζόμενος. Και όσο η επιχείρηση (οι άνθρωποι δηλαδή που την αντιπροσωπεύουν) οφείλουν να κάνουν πράξη τα παραπάνω για τους εργαζόμενους, άλλο τόσο και οι εργαζόμενοι οφείλουν να τα κάνουν για την επιχείρηση αλλά και για τους συναδέλφους τους.

Λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλα τα παραπάνω θα επιχειρήσουμε να εισαγάγουμε για πρώτη φορά τον ορισμό της εργασιακής εξισορρόπησης κατά την *Evpedia.

«Εργασιακή εξισορρόπηση είναι η μεσότητα μεταξύ της εργασιακής εκμετάλλευσης και της εργασιακής αδιαφορίας (ακρότητες), η οποία λαμβάνει χώρα είτε μεταξύ της επιχείρησης και του εργαζόμενου είτε μεταξύ των εργαζομένων. Σκοπός της είναι να διασφαλίσει, μέσω της συνεργασίας, ένα μέσο βαθμό ικανοποίησης των μερών από την εργασιακή συμβίωση προς επίτευξη κοινών ωφελειών, αφενός, και την ικανοποίηση της προσφοράς και της συμμετοχής, αφετέρου. Απαιτεί ανεπτυγμένη ενσυναίσθηση και αντίληψη, προσώπων, καταστάσεων και ιδιαιτεροτήτων, καθώς και ευρύνοια πνεύματος».

Η εργασιακή εξισορρόπηση προσπαθεί να αναπτυχθεί μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια και αναφέρεται σε αυτό που ονομάζουμε «επαγγελματισμό», αποτελεί ανεξάρτητο συστατικό από τις εργασιακές σχέσεις (με την τυπική έννοια), τα συνδικάτα, τις επιχειρηματικές ενώσεις, τις συλλογικές συμβάσεις, αλλά οφείλει να υπενθυμίζει συνεχώς τη σημασία της συνεργασίας και της παρουσίας της.

Προσπαθεί να αναπτύξει μία κουλτούρα συνεννόησης και κατανόησης της θέσης του άλλου, για να βοηθήσει σε όσο το δυνατόν αρμονικότερη συμβίωση των μερών.

Ακριβώς το ίδιο είναι επιτακτική ανάγκη να υιοθετήσουμε και στο σύνολο της κοινωνίας με την ευρύτερη έννοιά της.

 

 

* Το παρόν αποτελεί προδημοσίευση μέρους του υπό έκδοση βιβλίου του δρος Γάκη, Evpedia: μέθοδος προσωπικής και επαγγελματικής ανάπτυξης, βασισμένη στη ελληνική κλασσική σκέψη, εκδόσεις Σύγχρονη Έκφραση.