• Σήμερα είναι: Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου, 2020

Πολεμώντας τον καρκίνο, Χρήστος Π. Παναγιωτίδης

Χρήστος Π. Παναγιωτίδης, Oρκωτός Eλεγκτής Λογιστής, Deloitte

Μεγάλωσα στην Αμμόχωστο. Στην τρυφερή ηλικία των 14 άρχισα να καπνίζω, στα βραχάκια, απέναντι από τη Γλώσσα, που ήταν χώρος προστατευμένος από την «παιδονομία». Το κάπνισμα και η κατανάλωση οινοπνεύματος ήταν ενδείξεις χειραφέτησης αλλά και μια επαναστατική νότα μιας μικρής ομάδας μαθητών με καλές σχολικές επιδόσεις. Το ξεκίνημα ήταν με 2-3 τσιγάρα την ημέρα (αν θυμάμαι καλά Matinée σε ένα κίτρινο κουτί). Στα φοιτητικά χρόνια (στην Αγγλία) έγιναν 20 την ημέρα (Player’s Navy Cut, χωρίς φίλτρο). Μετά από κάμποσα χρόνια αυξήθηκαν σε 2+ πακέτα την ημέρα. Δεν έχω αμφιβολία ότι το τι ακολούθησε σε μεγάλο βαθμό προκλήθηκε από το κάπνισμα. Ίσως υπήρχε και μια γενετική προδιάθεση: η μητέρα μου πέθανε από καρκίνο του μαστού στην ηλικία των 69 και ο πατέρας μου από καρκίνο του πνεύμονα, στην ηλικία των 86.

Το καλοκαίρι του 2008, βρισκόμασταν στην Κύπρο για διακοπές (τότε ήμασταν εγκατεστημένοι στην Αθήνα), καλεσμένοι ενός πολύ καλού φίλου για μπάρμπεκιου. Παρόντες ήταν και ένα γνωστό ζευγάρι γιατρών της Λευκωσίας, που μόλις είχαν φέρει από την Αμερική ένα μηχάνημα τελευταίας τεχνολογίας για έλεγχο της καρδιάς. Πολύ φιλικά με πίεζαν να πάω την επομένη για ένα τσεκ-απ. Εγώ, μαζί με έναν άλλο πολύ καλό μου φίλο που ήταν αποδέκτης της ίδιας φιλικής πίεσης, αντιστεκόμασταν σθεναρά, λέγοντας ότι «η καρδιά μας είναι θηρίο και δεν χρειάζεται οποιοδήποτε τσεκ-απ». Ευτυχώς, ο οικοδεσπότης είχε στην κάβα του ένα θαυμάσιο γαλλικό κόκκινο κρασί, που το επιστράτευσε για να πεισθώ ότι έπρεπε να συναινέσω στην καρδιολογική εξέταση. Έτσι είπα το «ναι». Την επομένη έγινε η εξέταση και την μεθεπομένη πήγα για τα αποτελέσματα. Το πόρισμα ήταν αναπάντεχο: «Είχες απόλυτο δίκιο. Η καρδιά σου είναι θηρίο αλλά πάνω στο αορτικό τόξο, δίπλα από την καρδιά, υπάρχει μια σκιά που χρήζει άμεσης διερεύνησης για ενδεχόμενη κακοήθεια». Θυμάμαι ότι άκουσα την είδηση με ψυχραιμία, προσπαθώντας να μετρήσω το χρόνο της υπολειπόμενης μου ζωής (1 μήνας; 6 μήνες; 1 χρόνος; ή περισσότερο;). Αμέσως άρχισα να κάνω μια πρόχειρη ιεράρχηση των έργων που θα έπρεπε να επιτελέσω μέσα στο χρονικό διάστημα που είχα στη διάθεσή μου.

Τις στιγμές εκείνες σκεπτόμουν ότι πρέπει να ήμουν τυχερός αφού ανακάλυψα το πρόβλημα τυχαία και ότι με την τύχη που είχα θα έπρεπε να πολεμήσω τον καρκίνο και, κατ’ ελάχιστο, να μην παραδοθώ αμαχητί. Η τελευταία φορά που ένοιωσα έτσι ήταν στην επιστράτευση του 1974.

Σε μια εβδομάδα το πρόβλημα επιβεβαιώθηκε, κυρίως με τη βιοψία υλικού που «εξορύχθηκε» από τον πάσχοντα πνεύμονα. Σε δύο εβδομάδες, ύστερα από πρόσθετες εξετάσεις, κατέληξα να μείνω χωρίς τον αριστερό μου πνεύμονα. Το βράδυ, αμέσως μετά την εγχείρηση, το πέρασα στην «εντατική» του Ιατρικού Κέντρου Αθηνών, όπου προσβλήθηκε με λοίμωξη ο άλλος πνεύμονας (συνηθισμένο φαινόμενο σε αυτές τις περιπτώσεις). Ακολούθησε ένας πραγματικός αγώνας επιβίωσης, με μάλλον δυσοίωνες προβλέψεις.

Θυμάμαι, όμως, ότι ήθελα να ζήσω. Στην εντατική έλεγα στη νοσοκόμα που μου έβρεχε τα χείλη με νερό ότι ήταν πολύ όμορφη, ενώ ακουγόντουσαν τα βογγητά δύο άλλων ηλικιωμένων θαμώνων της «εντατικής», που αργότερα έμαθα ότι έχασαν τη μάχη. Στο δικό μου αγώνα που ακολούθησε, έλεγα ανέκδοτα στους γιατρούς και έκανα σχέδια για το μέλλον σε μια προσπάθεια να χαλιναγωγήσω τους φόβους μου.

Για σχεδόν ένα μήνα ανέπνεα με την περιστασιακή βοήθεια μιας μάσκας οξυγόνου. Μετά ακολούθησε το δυσκολότερο μέρος της θεραπευτικής αγωγής: Η χημειοθεραπεία – σε 4 διπλούς κύκλους, σε απόσταση περίπου 3 εβδομάδων μεταξύ τους. Ο 1ος και ο 2ος κύκλος πέρασαν σχετικά ανώδυνα, χωρίς παρενέργειες. Ο 3ος ήταν δύσκολος. Ο 4ος ήταν μαρτύριο. Η χημειοθεραπεία είναι μια χημική επίθεση κατά των ανθρωπίνων κυττάρων, που στοχεύει να σκοτώσει τα καρκινογόνα κύτταρα, με διάφορες, όμως, παράπλευρες απώλειες. Όμως, σε κανένα στάδιο δεν το έβαλα κάτω. Παρά το ότι η απλή μυρωδιά οποιουδήποτε φαγητού μου προκαλούσε εμετική διάθεση, θυμάμαι μια Κυριακή πρωί (από τον πόνο δεν είχα κοιμηθεί ούτε ένα λεπτό το προηγούμενο βράδυ) ότι αποφάσισα να υιοθετήσω «επιθετική πολιτική» κατά του καρκίνου, αγοράζοντας, μόλις άνοιξε ο χασάπης της γειτονιάς μου, μια αρνίσια συκωταριά που την μαγείρεψα ο ίδιος σε ελαιόλαδο, με φρέσκο κρεμμύδι και πράσο, και την «έσβησα» με κρασί και λεμόνι! Όπως ήταν φυσικό, το αποτέλεσμα της «παλικαριάς» μου ήταν να οδηγηθώ σε ένα στάδιο απελπισίας. Όμως, δεν έλεγα να το βάλω κάτω, μέχρι που άρχισα, σιγά-σιγά, να αναρρώνω.

Σε εκείνο το στάδιο, η προσδόκιμη ζωή (με βάση τις στατιστικές) ήταν σχετικά βραχεία. Έτσι το πρώτο μου μέλημα ήταν να τακτοποιήσω τις επαγγελματικές και τις οικονομικές μου εκκρεμότητες, πράγμα που στην πράξη σήμαινε διακοπή της επαγγελματικής μου σταδιοδρομίας στην Αθήνα (ήμουν ήδη στα 63). Τότε, χάρη σε δύο πολύ καλούς φίλους, διαφάνηκε η προοπτική για μια επαγγελματική επανεκκίνηση στην Κύπρο. Αμέσως άρπαξα την ευκαιρία σκεπτόμενος ότι αυτός θα ήταν ο καλύτερος τρόπος να ανανεωθώ και πνευματικά και σωματικά. Έτσι πράγματι έγινε. Σε λιγότερο από 6 μήνες είχα επανεύρει τους εντατικούς εργασιακούς ρυθμούς που πάντοτε αγαπούσα. Η εργασία ήταν για μένα και τρόπος διάθεσης αλλά και πηγή άντλησης ενέργειας.

Στην αρχή παρακολουθούσα την πορεία του προβλήματος με διάφορες αιματολογικές εξετάσεις και αξονικές/μαγνητικές τομογραφίες (ανά τρίμηνο και μετά ανά εξάμηνο) και έτσι εντοπίσθηκε, το 2011, μια επανεμφάνιση καρκινογόνων κυττάρων σε λεμφαδένα, στην περιοχή του αριστερού πνεύμονα, που αντιμετωπίσθηκε με «κανονιοβολισμό» ακριβείας (το λεγόμενο «cyber-knife») και άλλους 4 διπλούς κύκλους χημειοθεραπείας. Τότε, για πρώτη φορά, έχασα (προσωρινά) τα μαλλιά μου, γεγονός που όχι μόνο δεν με ενόχλησε αλλά το είδα και σαν νεωτερισμό που έδινε μια νέα διάσταση στην προσωπικότητά μου.

Έκτοτε τα πάω καλά. Πάντοτε με υπαρκτό τον κίνδυνο επανόδου του προβλήματος. Το ενδεχόμενο αυτό δεν με φοβίζει. Αντίθετα, με βοηθά να απολαμβάνω καλύτερα τη ζωή γιατί συνειδητοποιώ ότι δεν έχω την πολυτέλεια να τη σπαταλώ, κυνηγώντας ανόητα προβλήματα.

Ομολογώ ότι στις μάχες που έδωσα με βοήθησαν αφάνταστα οι έλληνες γιατροί που με την επιστημονική τους πληρότητα αλλά και την αγάπη τους προς τον συνάνθρωπό τους στάθηκαν δίπλα μου και έδωσαν τον δικό τους αγώνα. Με βοήθησε το ταμείο ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών που όχι μόνο κάλυψε ένα πολύ μεγάλο μέρος των εξόδων της περιπέτειας αυτής αλλά το έκανε με χαμόγελο και αγάπη. Με βοήθησαν οι φίλοι μου και τα παιδιά μου, που είχαν πάντα μια αισιόδοξη κουβέντα να μου πουν και να με εμψυχώσουν. Περισσότερο, όμως, από όλους με βοήθησε η γυναίκα μου, που το είχε καταστήσει απολύτως σαφές ότι ήθελε να ζήσω και ότι θα της έλειπα πολύ αν έφευγα. Δεν στάθηκε απλά δίπλα μου. Έχω την αίσθηση ότι πόνεσε στον ίδιο βαθμό, ίσως και περισσότερο.

Ολοκληρώνοντας αυτήν την ιστορία, ίσως πρέπει να αναφέρω ότι το κάπνισμα διακόπηκε το 2008. Υποσχέθηκα, όμως, στον εαυτό μου ότι θα ξαναρχίσω την κακή αυτή έξη το έτος 2035, όταν θα φθάσω στην ηλικία των 90!

Μια τελευταία νότα: Να θυμάστε ότι ο πόλεμος κατά του καρκίνου καθίσταται πολύ πιο δύσκολος όταν δεν επαρκούν οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι. Αν μπορείτε, δώστε απλόχερα, ιδιαίτερα σε εκείνους που φροντίζουν μικρά παιδιά. Το μόνο που έχετε να κάνετε είναι να επικοινωνήσετε με τον Σύλλογο Φίλων Παιδιών με Καρκίνο «Ελπίδα» (στο 210-7757153 / 210-7757934) και να τους πείτε ότι θέλετε να κάνετε μια εισφορά. Θα σας καθοδηγήσουν ως προς τη διαδικασία που είναι εύκολη και απλή. Εναλλακτικά, μπορείτε να κάνετε την εισφορά σας μέσω της ιστοσελίδας του Συλλόγου www.elpida.com.