• Σήμερα είναι: Κυριακή, Απρίλιος 21, 2019

ΛΟΥΚΑΣ ΠΑΠΑΔΗΜΟΣ


Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΡΙΣΗ

Η κρίση είναι μια ελληνική λέξη πολλαπλών σημασιών. Η παγκόσμια χρηματοοικονομική κρίση, που ξέσπασε πριν από τρία και παραπάνω χρόνια, πρόσθεσε νέες διαστάσεις στην έννοια της κρίσης, καθώς ήταν δίχως προηγούμενο σε ένταση, εύρος, περιπλοκότητα και διάρκεια. Επιπλέον, η φύση και η εστίαση των εντάσεων στις χρηματοοικονομικές αγορές έχουν εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου, και η αλληλεπίδραση μεταξύ του χρηματοοικονομικού κλάδου, της πραγματικής οικονομίας και των δημόσιων οικονομικών έχει δημιουργήσει νέες πηγές κινδύνου, που θέτουν προκλήσεις στους σχεδιαστές της οικονομικής πολιτικής.

Κατά τον προηγούμενο χρόνο, και ιδίως τους έξι τελευταίους μήνες, οι εντάσεις στην χρηματοοικονομική αγορά εστιάστηκαν στις αγορές κρατικών ομολόγων στην ευρωζώνη. Το επίκεντρο των διαταραχών βρίσκεται στην αγορά ελληνικών κρατικών ομολόγων, με αρνητικές επιδράσεις στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα και την ελληνική οικονομία. Οι παρατηρήσεις μου εστιάζουν σε τέσσερα ερωτήματα: Πρώτον, ποιες είναι οι δημοσιονομικές συνέπειες, η δημοσιονομική κληρονομιά, της χρηματοοικονομικής κρίσης, οι δημοσιονομικές προοπτικές μακροπρόθεσμα και οι προκλήσεις που αυτές θέτουν για την οικονομική πολιτική πολλών προηγμένων οικονομιών; Δεύτερον, ποια είναι τα καθοριστικά στοιχεία και οι υπόλοιποι προσδιοριστικοί παράγοντες που εξηγούν τη σφοδρότητα της δημοσιονομικής και οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα; Τρίτον, ποια είναι η τρέχουσα αξιολόγηση των πολιτικών που έχουν ακολουθηθεί μέχρι τώρα και ποιες οι επικρατούσες συνθήκες στις χρηματοοικονομικές αγορές; Γιατί οι αγορές δεν φαίνονται πεπεισμένες ότι το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής θα είναι επιτυχές; Τέταρτον, ποιες είναι οι οικονομικές προοπτικές, οι απαιτήσεις από την πολιτική και οι συνθήκες για την επιτυχία;

Οι δημοσιονομικές συνέπειες της χρηματοοικονομικής κρίσης και οι δημοσιονομικές προοπτικές. Οι διαταραχές των χρηματοοικονομικών αγορών και η συνδεδεμένη με αυτές οικονομική ύφεση κατά τα περασμένα τρία έτη οδήγησαν σε σημαντική επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών στις περισσότερες προηγμένες οικονομίες. Διάφοροι παράγοντες συμβάλλουν στην επιδείνωση των δημοσίων οικονομικών. Ο βασικός λόγος ήταν η ενεργοποίηση των αυτόματων σταθεροποιητών αποτέλεσμα των αξιοπρόσεκτων αντιφάσεων της οικονομικής δραστηριότητας που ακολούθησε την κατάρρευση της Lehman Brothers. Ένας δεύτερος λόγος ήταν ο αντίκτυπος των προαιρετικών δημοσιονομικών μέτρων που ελήφθησαν από πολλές χώρες για να αναζωογονήσουν τις οικονομίες τους, μετά την υιοθέτηση του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Ανάκαμψης τον Δεκέμβριο του 2008. Ένας τρίτος παράγοντας ήταν η κυβερνητική υποστήριξη στον χρηματοοικονομικό κλάδο. Την ίδια στιγμή, επειδή τα δομικά κρατικά ελλείμματα ορισμένων χωρών, κυρίως στην ευρωζώνη, ήταν αρκετά μεγάλα πριν το ξέσπασμα της χρηματοοικονομικής κρίσης, τα δημοσιονομικά ελλείμματα στις χώρες αυτές ανήλθαν σε πολύ υψηλά επίπεδα.

Το βασικό στατιστικό δεδομένο που είναι ενδεικτικό της σοβαρότητας του δημοσιονομικού προβλήματος δίνεται από την εξέλιξη του δημόσιου χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ. Ως συνέπεια των επίμονων δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ο λόγος δημοσίου χρέους προς το ΑΕΠ θα αυξηθεί σημαντικά στις περισσότερες χώρες της ευρωζώνης. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της Κομισιόν για την άνοιξη του 2010, ο λόγος κρατικού χρέους προς το ΑΕΠ προβλέπεται να είναι σχεδόν 89% το 2011, που είναι περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες υψηλότερος από αυτόν του 2008. Επομένως, συνολικά, οι δημοσιονομικές ανισορροπίες στην ευρωζώνη είναι ευμεγέθεις, με ευρείες βάσεις και μπορούν να συνεχίσουν να υφίστανται, καθώς το δημόσιο χρέος θα αυξάνεται ωςαποτέλεσμα των αξιοπρόσεκτων αντιφάσεων της οικονομικής δραστηριότητας που ακολούθησε την κατάρρευση της Lehman Brothers. Ένας δεύτερος λόγος ήταν ο αντίκτυπος των προαιρετικών δημοσιονομικών μέτρων που ελήφθησαν από πολλές χώρες για να αναζωογονήσουν τις οικονομίες τους, μετά την υιοθέτηση του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Ανάκαμψης τον Δεκέμβριο του 2008. Ένας τρίτος παράγοντας ήταν η κυβερνητική υποστήριξη στον χρηματοοικονομικό κλάδο. Την ίδια στιγμή, επειδή τα δομικά κρατικά ελλείμματα ορισμένων χωρών, κυρίως στην ευρωζώνη, ήταν αρκετά μεγάλα πριν το ξέσπασμα της χρηματοοικονομικής κρίσης, τα δημοσιονομικά ελλείμματα στις χώρες αυτές ανήλθαν σε πολύ υψηλά επίπεδα. Ως αποτέλεσμα των εξελίξεων αυτών, το γενικό έλλειμμα του κρατικού προϋπολογισμού στην ευρωζώνη αυξήθηκε περισσότερο από 4 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ το 2009, σε 6,3% έναντι 2% του ΑΕΠ το 2008 (το πρώτο πλήρες έτος της κρίσης). Δεν αναμένεται βελτίωση το 2010, ούτε το 2011. Και τα δυο αυτά έτη το έλλειμμα προβλέπεται να παραμείνει πάνω από το 6% του ΑΕΠ. Φυσικά, οι μέσοι όροι των οικονομικών στοιχείων κρύβουν μεγάλες διαφορές από χώρα σε χώρα, με το ποσοστό του ελλείμματος του προϋπολογισμού στην Ελλάδα και την Ιρλανδία να έχουν φτάσει περίπου το 14% το 2009, και στην Πορτογαλία και στην Ισπανία 9,4% και 11,2% αντιστοίχως.
Επιπλέον διορθωτικά μέτρα.

Οι αυξανόμενες δημοσιονομικές ανισορροπίες και οι συνδεδεμένες προκλήσεις για την πολιτική δεν περιορίζονται στις οικονομίες της ευρωζώνης. Στην πραγματικότητα, το 2010 τόσο το Ηνωμένο Βασίλειο όσο και οι ΗΠΑ αναμένεται να παρουσιάσουν γενικά ελλείμματα στον κρατικό προϋπολογισμό, που υπερβαίνουν το 10% των αντίστοιχων ΑΕΠ τους. Επίσης, ο λόγος χρέους προς το ΑΕΠ στις δύο αυτές χώρες αναμένεται να υπερβεί το 90% έως το τέλος του 2011, ποσοστό που ξεπερνά λίγο τον μέσο όρο για την ευρωζώνη. Η εμπειρία έχει δείξει πόσο δύσκολο είναι να μειωθεί ο λόγος χρέους όταν ανέλθει σε τόσο υψηλά επίπεδα, ιδίως σε χώρες όπου οι δημογραφικοί παράγοντες και τα χαρακτηριστικά των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης αναμένεται να έχουν επιζήμια επίδραση στα δημόσια οικονομικά. Οι μακροπρόθεσμες προοπτικές της δυναμικής του δημοσίου χρέους φαίνονται δραματικές, δεδομένης της τωρινής στάσης της δημοσιονομικής πολιτικής, των υπαρχόντων συστημάτων συνταξιοδότησης και υγείας και του αναμενόμενου αυξανόμενου λόγου των ηλικιωμένων προς το εργατικό δυναμικό. Η πιθανή εκρηκτική φύση του δημοσιονομικού προβλήματος γίνεται εμφανής με τις μακροπρόθεσμες προβολές του ακαθάριστου δημοσίου χρέους σε σχέση με το ΑΕΠ σε προηγμένες οικονομίες για την περίοδο 2010-2040.

Σύμφωνα με τα βασικά σενάρια, που υποθέτουν ότι το αρχικό ισοζύγιο, εκτός των δαπανών που σχετίζονται με την ηλικία, θα βελτιωθεί (από το επίπεδο που βρίσκεται το 2011, κατά 1 ποσοστιαία μονάδα ετησίως) κατά τα πρώτα δέκα χρόνια της εκτίμησης, ο λόγος του χρέους σε ορισμένες από αυτές τις χώρες θα φτάσει επίπεδα ανάμεσα στο 300% και 450% έως το 2040. Βέβαια, τόσο ακραία βασικά σενάρια μακροπρόθεσμα καθίστανται μη ρεαλιστικά, καθώς κάποιες από τις υποθέσεις τους θα πάψουν να ισχύουν. Το βασικό συμπέρασμα στο οποίο θέλω να καταλήξω, πάντως, από αυτήν την αξιολόγηση των δημοσιονομικών συνεπειών της κρίσης στην Ευρώπη και αλλού δεν είναι το προφανές, πως η Ελλάδα δεν είναι μόνη της στην αντιμετώπιση σοβαρών προκλήσεων δημοσιονομικής πολιτικής. Η ευρεία επιδείνωση της δημοσιονομικής κατάστασης και των προοπτικών και η ίδια η εμπειρία της Ελλάδας υπογραμμίζουν τη σημασία της έγκαιρης εφαρμογής αξιόπιστων δημοσιονομικών πολιτικών. Το γεγονός ότι άλλες χώρες αντιμετωπίζουν πιθανές αποσταθεροποιητικές δημοσιονομικές ανισορροπίες δεν καθησυχάζει την Ελλάδα. Αντιθέτως, υποδεικνύει πως η Ελλάδα θα πρέπει να αντιμετωπίσει τα οικονομικά και δομικά προβλήματά της εντός ενός λιγότερο ευνοϊκού οικονομικού και χρηματοοικονομικού περιβάλλοντος, καθώς το γοργά αυξανόμενο δημόσιο χρέος σε πολλές χώρες επισκιάζει τις παγκόσμιες οικονομικές προοπτικές.

 

H κρίση του ελληνικού εθνικού χρέους: τα τρωτά σημεία μας.

Οι θεμελιώδεις λόγοι της ευπάθειας της ελληνικής οικονομίας είναι ευρύτερα γνωστοί. Ιδιαίτερα αισθητές είναι τέσσερις αδυναμίες: Πρώτον, οι δημοσιονομικές ανισορροπίες, όπως υπολογίζονται τόσο από το μέγεθος του ελλείμματος του προϋπολογισμού σε σχέση με το ΑΕΠ όσο και του λόγου χρέος προς το ΑΕΠ, είναι οι μεγαλύτερες στην Ε.Ε., δεύτερον, η αναμενόμενη αύξηση των κρατικών δαπανών ως μέρος του ΑΕΠ στην Ελλάδα τις ερχόμενες δεκαετίες ήταν η υψηλότερη στην Ε.Ε., ως απόρροια των υπαρχόντων συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και υγείας, τρίτον, η σημαντική διάβρωση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας, που έχει επιπτώσεις στην οικονομική απόδοση και στην ικανότητα της κυβέρνησης να εισπράξει έσοδα από φόρους και, τέταρτον, η χαμηλή αξιοπιστία των δημοσιονομικών στατιστικών δεδομένων και των κυβερνητικών δημοσιονομικών προβλέψεων, που αύξησαν σημαντικά την αβεβαιότητα για το πραγματικό μέγεθος του δημοσιονομικού προβλήματος και καλλιέργησαν αμφιβολίες για το πιθανό δημοσιονομικό αποτέλεσμα.Κάτω από αυτές τις βασικές αδυναμίες, βρίσκονται βαθύτεροι, περισσότερο θεμελιώδεις παράγοντες που καθορίζουν τη φτωχή δημοσιονομική απόδοση: η αναποτελεσματική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης και, ευρύτερα, του δημοσίου τομέα και η εφαρμογή μακροοικονομικών πολιτικών που δεν ήταν συμβατές με τις απαιτήσεις της Ευρωπαικής Νομισματικής Ένωσης και της προσανατολισμένης στη σταθερότητα πολιτικής με της ΕΚΤ. Αντιθέτως, η εκτέλεση της οικονομικής πολιτικής συχνά επηρεαζόταν από μυωπικές θεωρήσεις και παράγοντες του πολιτικού κύκλου και υποστηριζόταν από την πίστη ότι η χρηματοδότηση του ελλείμματος θα ήταν πάντα διαθέσιμη και σε χαμηλό κόστος, ανεξαρτήτως του επιπέδου της συνολικής υπερχρέωσης του κράτους.

Εκτός από τους παράγοντες αυτούς, οι εξελίξεις στην αγορά ελληνικών κρατικών ομολόγων επηρεάζονται από τα χαρακτηριστικά της αγοράς και από τις προσδοκίες. Πρώτον, η δομή του ορίζοντα λήξης του ελληνικού κρατικού χρους ήταν σχετικά μικρή και χρονικά ανόμοια κατανεμημένη. Δεύτερον, το πολύ υψηλό μερίδιο του συνολικού κρατικού χρέους (περίπου 70%) ανήκει σε ξένους επενδυτές. Τρίτον, η γνώμη και οι προσδοκίες της αγοράς επηρεάστηκαν αρνητικά από την αυξανόμενη ανησυχία για τη βιωσιμότητα των δημόσιων χρηματοοικονομικών και την αντίληψη ότι η χώρα θα ήταν μακροπρόθεσμα ανίκανη να τιθασεύσει τα δημόσια οικονομικά της.

 

Tο πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής: τρέχουσα αξιολόγηση και ανταπόκριση της αγοράς

Το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής της Ελλάδας στοχεύει να επιτύχει ταυτόχρονα δημοσιονομική βιωσιμότητα και να αποκαταστήσει τη διεθνή ανταγωνιστικότητα, σε όρους τόσο τιμών όσο και ποιότητας. Για το σκοπό αυτό περιέχει μια φιλόδοξη δημοσιονομική εξυγίανση, για τη μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού κατά 10 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ μέχρι το 2014, και ένα πακέτο μεταρρυθμίσεων για την αντιμετώπιση βασικών και επίμονων δομικών αδυναμιών της οικονομίας. Το πρόγραμμα είναι φιλόδοξο μα εφικτό. Βασίζεται σε συντηρητικές μακροοικονομικές υποθέσεις, είναι εμπροσθοβαρές και υπόκειται στην εκπλήρωση σημαντικών προϋποθέσεων. Αυτό βασίζεται στη λεπτομερή καταγραφή των πολιτικών που εφαρμόζονται σε τριμηνιαία βάση από την Κομισιόν, την ΕΚΤ και το ΔΝΤ. Τα μέτρα που έχουν εφαρμοστεί μέχρι σήμερα είναι σημαντικά, τολμηρά και απολύτως απαραίτητα προκειμένου  να σταματήσει η ολίσθηση στην άβυσσο της δυναμικής του μη βιώσιμου χρέους και της περαιτέρω απώλειας της ανταγωνιστικότητας, που αναπόφευκτα θα είχαν καταστροφικά αποτελέσματα στην οικονομική δραστηριότητα και την απασχόληση. Οι δράσεις πολιτικής που αναλήφθηκαν και άλλες υπό ανάληψη είναι απόλυτα σύμφωνες με τις απαιτήσεις του προγράμματος και μπορεί να αναμένεται να οδηγήσουν στην επίτευξη των σκοπών που έχουν τεθεί για το 2010. Πάντως, ο ρυθμός και η αποτελεσματικότητα της εφαρμογής ορισμένων μέτρων έχει περιθώρια βελτίωσης.

Τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν γα τη μείωση του ελλείμματος του προϋπολογισμού κατά σχεδόν 6 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ φέτος είχαν αναπόφευκτα ισχυρό αρνητικό αντίκτυπο στα πραγματικά εισοδήματα, συγκεκριμένα σε αυτά των υπαλλήλων του δημοσίου τομέα. Η εξέλιξη αυτή πρέπει να μελετηθεί υπό το πρίσμα της αύξησης των ονομαστικών μισθών στο δημόσιο τομέα πάνω από 100% κατά τα προηγούμενα δέκα χρόνια, σε σχέση με πολύ μικρότερη αύξηση στις χώρες της ευρωζώνης την ίδια περίοδο, που παρασχέθηκαν από ένα κράτος χωρίς επαρκείς ίδιους πόρους, με βάση τα δανεισθέντα κεφά- λαια, όσο οι δανειστές ήταν πρόθυμοι να χρηματοδοτούν το αυξανόμενο κρατικό χρέος. Μια επώδυνη προσαρμογή των πραγματικών εισοδημάτων θα ήταν αναπόφευκτη σε κάθε περίπτωση συσσωρευμένου χρέους που απειλεί να μην παραταθεί και δανειστών απρόθυμων να χρηματοδοτήσουν απερίσκεπτες δημοσιονομικές πρακτικές.

Ένα πολύ σημαντικό μέρος της επιδιωκόμενης οικονομικής πολιτικής περιλαμβάνει την εφαρμογή δομικών αλλαγών. Συγκεκριμένα, η μεταρρύθμιση του ασφαλιστικού που έλαβε χώρα τον Ιούλιο αντιμετωπίζει τόσο τη μεσοπρόθεσμη όσο και τη μακροπρόθεσμη πρόκληση του ασφαλιστικού συστήματος, που αποτελούσε βασική πηγή ανησυχίας για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών στην Ελλάδα, ένα από τα βασικά τρωτά σημεία στα οποία αναφέρθηκα προηγουμένως. Η σημασία της μεταρρύθμισης αυτής δεν έχει εκτιμηθεί επαρκώς. Άλλες μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της αξιοπιστίας των στατιστικών δεδομένων της αποτελεσματικότητας του φορολογικού συστήματος, της αποδοτικότητας του δημοσίου τομέα και της ανταγωνιστικής λειτουργίας των αγορών είναι εξίσου σημαντικές. Στο σημείο αυτό θέλω να τονίσω πως η πρόοδος που έχει σημειωθεί στο μέτωπο των μεταρρυθμίσεων σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα είναι όντως αξιόλογη.

Παρόλα αυτά οι χρηματοπιστωτικές αγορές δεν έχουν ακόμη πεισθεί ότι το οικονομικό πρόγραμμα θα εφαρμοσθεί αποτελεσματικά στον χρονικό ορίζοντα τριετίας που έχει. Αυτό αντικατοπτρίζεται στις αγορές κρατικών ομολόγων και CDS, όπου τα spreads παρέμειναν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Επίσης αντικατοπτρίζεται στις επαναλαμβανόμενες υποδείξεις ή προβλέψεις ότι η αναδιάρθρωση του χρέους είναι απαραίτητη ή αναπόφευκτη. Φυσικά, οι συνθήκες στην αγορά των ελληνικών κρατικών ομολόγων επηρεάζονται από ορισμένους δομικούς παράγοντες και τις αξιολογήσεις των διεθνών οίκων για την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας. Αλλά οι παράγοντες της αγοράς έχουν εκφράσει την ανησυχία τους για έναν αριθμό κινδύνων που κατά τη γνώμη τους είναι σημαντικοί. Ποιοι είναι οι υπάρχοντες ή νέοι κίνδυνοι στα μάτια των παραγόντων της αγοράς; Ποιες είναι οι αναγκαίες συνθήκες για την επιτυχή εφαρμογή του προγράμματος στα ερχόμενα χρόνια και ποιες οι βελτιωμένες προοπτικές για τη χρηματοδότηση από την αγορά;

Οι ανησυχίες της αγοράς περιλαμβάνουν: Τον κίνδυνο μιας οξύτερης, από την αναμενόμενη στο πρόγραμμα, ύφεσης της οικονομικής δραστηριότητας, με αρνητικά αποτελέσματα στο δημοσιονομικό έλλειμμα και τη δυναμική του χρέους. Τον κίνδυνο πολιτικών εντάσεων και κοινωνικών αναταραχών που θα απειλήσουν την εφαρμογή περαιτέρω μεταρρυθμίσεων. Τον κίνδυνο των εκπλήξεων που αφορούν το μέγεθος των υποχρεώσεων από το κρατικό χρέος, κυρίως στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Την αναμενόμενη αύξηση του λόγου χρέους προς το ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, ακόμη και υπό το βασικό σενάριο, και την χρονική κατανομή του ωριμάζοντος κρατικού χρέους που θα μπορούσε να συνεπάγεται δυσκολίες γι ατην χρηματοδότησή του.

 

Oικονομικές προοπτικές και προκλήσεις πολιτικής 

Μέχρι τώρα η εφαρμογή είναι, σε γενικές γραμμές, επιτυχής. Τα δημοσιονομικά και οικονομικά αποτελέσματα είναι επίσης σύμφωνα με το βασικό σενάριο. Υπάρχουν κάποιες εξελίξεις, πάντως, που χρήζουν προσεκτικής αξιολόγησης και αποτελεσματικής πολιτικής ανταπόκρισης. Η παρατηρούμενη ελλιπής είσπραξη φόρων σε σχέση με το στόχο, που αντικατοπτρίζει την επίδραση διαφόρων παραγόντων, απαιτεί στενή παρακολούθηση. Η διασφάλιση της αύξησης των εσόδων από φόρους, σύμφωνα με τους στόχους της πολιτικής, με την επιτάχυνση της φορολογικής μεταρρύθμισης και την ενδυνάμωση των μηχανισμών φορολογικής συμμόρφωσης, είναι θεμελιώδης τόσο για την επίτευξη της επιθυμητής μείωσης του ελλείμματος όσο και για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης. Μια βασική προτεραιότητα της πολιτικής είναι η ενδυνάμωση των δυνατοτήτων για την ανάπτυξη της οικονομίας και η θεμελίωση συνθηκών που μπορούν να υποστηρίξουν έναν ταχύτερο ρυθμό οικονομικής δραστηριότητας και δημιουργίας θέσεων εργασίας με βιώσιμο τρόπο. Αυτός είναι ο απώτερος σκοπός του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής και κάθε προσπάθεια θα πρέπει να καταβληθεί για την επίτευξή του άμεσα, καθώς αυτό θα ενδυναμώσει τα πραγματικά εισοδήματα, θα διευκολύνει τη δημοσιονομική εξυγίανση και θα αυξήσει την εμπιστοσύνη του κοινού για τις οικονομικές προοπτικές. Το κλειδί για την επίτευξη υψηλής βιώσιμης ανάπτυξης και βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου είναι η εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων που μπορούν να κάνουν την ελληνική οικονομία ανταγωνιστική στις διεθνείς αγορές. Είναι πια καιρός να εφαρμοστούν οι απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για την αποκατάσταση της ανταγωνιστικότητας, την αύξηση του εξαγωγικού προσανατολισμού της οικονομίας, την προσέλκυση ξένων επενδύσεων για την επέκταση των απαραίτητων υποδομών. Οι πολιτικές και οι μεταρρυθμίσεις του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής θα συμβάλλουν προς αυτήν την κατεύθυνση. όμως, ίσως να χρειάζονται περισσότερες δράσεις –τόσο στο δημόσιο τομέα όσο και στον ιδιωτικό– για να καλλιεργηθούν πρωτοβουλίες καινοτομίας και να γίνει πιο δυναμικός ο χαρακτήρας της ελληνικής οικονομίας. Η δημοσιονομική εξυγίανση και οι πολιτικές προώθησης της ανάπτυξης δεν είναι ασυμβίβαστες. Αντιθέτως, μπορούν να αλληλοενισχυθούν, δεδομένου ότι θα χρησιμοποιηθούν τα κατάλληλα εργαλεία πολιτικής και θα εγκαταλειφθούν οι αποτυχημένες πολιτικές και πρακτικές που έχουν εφαρμοστεί στο παρελθόν.

 

Συμπερασματικά σχόλια

Η επιτυχής εφαρμογή του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής δεν είναι μόνο δυνατή αλλά και πολύ πιθανή. Η υπεύθυνη και ευρεία φύση του προγράμματος, οι αποφασιστικές δράσεις που έχουν αναληφθεί μέχρι τώρα, η δέσμευση της κυβέρνησης για την ολοκληρωμένη εφαρμογή του, τα μαθήματα που διδάχθηκαν από την κρίση, η κατανόηση του κοινού πως ακατάλληλες πολιτικές και πρακτικές της αγοράς δεν μπορούν να συνεχιστούν, η παρακολούθηση, αξιολόγηση και υποστήριξη από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ, όλοι αυτοί οι παράγοντες θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι στόχοι της πολιτικής θα επιτευχθούν και η οικονομία θα ανακάμψει σε ένα βιώσιμο δρόμο υψηλότερης ανάπτυξης και καλύτερων συνθηκών διαβίωσης. Η επιτυχία είναι λοιπόν η μόνη επιλογή, το μόνο αποτέλεσμα του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που μπορούμε να οραματιστούμε, πρώτα και κύρια για την Ελλάδα, αλλά επίσης και για την ευρωζώνη. Δεν θα πρέπει πάντως να ξεχνάμε πως το αποτέλεσμα κυρίως θα βασιστεί στις δράσεις όλων μας. Για να το πούμε διαφορετικά και παραφράζοντας τον Ιούλιο Καίσαρα, «το αποτέλεσμα, αγαπητέ Βρούτε, δεν εξαρτάται από τα αστέρια, αλλά από εμάς».

Ο Λουκάς Παπαδήμος είναι οικονομολόγος, υπήρξε διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος, αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και σημερινόςσύμβουλος του Έλληνα πρωθυπουργού. Το 2006 έγινε μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Το κείμενο αυτό είναι η εισηγητική του ομιλία στη συζήτηση για την ελληνική οικονομική κρίση που διοργάνωσε το Κέντρο Χρηματοοικονομικών Σπουδών στην Αθήνα, στις 23-24 Σεπτεμβρίου 2010.