• Σήμερα είναι: Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου, 2020

ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ

Ελλάδα-Ευρωζώνη

Η έρευνα της Ernst & Young προβλέπει ότι το προσεχές έτος αναμένεται επιβράδυνση για την οικονομία της Ευρωζώνης, με την αύξηση του ΑΕΠ να ανέρχεται μόλις σε 1,4%, παρά το γεγονός ότι η οικονομία της Ευρωζώνης παρουσίασε εύρωστη απόδοση κατά το μεγαλύτερο μέρος του 2010.

 

Η ανάπτυξη αναμένεται να είναι ιδιαίτερα άνιση στις 16 χώρες, με τη Γερμανία να ηγείται της οικονομικής ανάκαμψης της Ευρωζώνης, με προβλεπόμενη αύξηση του ΑΕΠ ύψους 3,5% για τη φετινή χρονιά και 2,1% για την επόμενη, ενώ το ΑΕΠ αναμένεται να φθάσει σε επίπεδα προ κρίσεως έως το τέλος του 2011, δηλαδή πολύ νωρίτερα από το αναμενόμενο. Οι εξαγωγές και, πρόσφατα, οι εγχώριες επιχειρηματικές δραστηριότητες συνέβαλαν σημαντικά στην ανάκαμψη της Γερμανίας. Οι χώρες που συνδέονται στενά με τη γερμανική οικονομία, ειδικότερα η Σλοβακία (2,8%) και η Αυστρία (2%), αναμένεται επίσης να παρουσιάσουν σταθερή ανάπτυξη το 2011. Μετριότερη ανάπτυξη προβλέπεται σε άλλες σημαντικές «βόρειες» χώρες, όπως η Γαλλία και η Ολλανδία (1,8% και για τις δύο). Η αύξηση του ΑΕΠ στις περιφερειακές χώρες θα κυμανθεί από -3,3% στην Ελλάδα έως -0,7% στην Πορτογαλία. Τα ποσοστά αυτά ενδέχεται να είναι πολύ χαμηλότερα έαν οι περιφερειακές οικονομίες αντιμετωπίσουν νέες αναταράξεις στις αγορές ομολόγων και χρειαστεί να εφαρμόσουν επιπρόσθετα μέτρα περιορισμού του ελλείμματος.

Η έρευνα της Ernst & Young αναφέρει επίσης ότι η αύξηση του ΑΕΠ στην Ευρωζώνη το 2010 εκτιμάται να ανέλθει στο 1,7%, ποσοστό ελαφρώς καλύτερο από τις προβλέψεις της έρευνας που δημοσιεύτηκε νωρίτερα εντός του έτους, ωστόσο, μια προσεκτικότερη ματιά στη σύνθεση της ανάπτυξης δεν αφήνει πολλά περιθώρια για εφησυχασμούς. Το 80% της ανάπτυξης για φέτος οφείλεται στην ανανέωση των αποθεμάτων, η οποία όμως έχει φύσει προσωρινό χαρακτήρα και μελλοντικά θα πάψει να υφίσταται. Μεγάλο ποσοστό της επιβράδυνσης για το 2011 οφείλεται στη δημοσιονομική λιτότητα, η οποία, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της έκθεσης, θα υπερβεί το 1% του ΑΕΠ.

Επίσης, σύμφωνα με την έκθεση της Ernst & Young, εάν η Ευρωζώνη πληγεί από μια νέα κρίση, η ΕΚΤ θα πρέπει να είναι έτοιμη να επαναφέρει μέρος των μέτρων ρευστότητας που εφαρμόστηκαν το 2009 και το 2010, ενώ δεν θα πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο της ποσοτικής χαλάρωσης. Η έρευνα της Ernst & Young αναφέρει επίσης ότι τα επιτόκια αναμένεται να παραμείνουν χαμηλά έως το τέλος του 2011 και ο αριθμός των ανέργων στην περιοχή δεν αναμένεται να μειωθεί κάτω από τα 15 εκατομμύρια πριν το 2013. Εν κατακλείδι, η έρευνα της Ernst & Young εκτιμά ότι η Ευρωζώνη είναι πιθανό να καταφέρει να βγει από αυτήν την κρίση. Ωστόσο, ακόμη και στην περίπτωση υλοποίησης του πιο αισιόδοξου σεναρίου, η ανάπτυξη εξαρτάται κυρίως από τις βόρειες χώρες της περιοχής. Αναπόφευκτα θα υπάρχει αυξανόμενη απόκλιση με το Νότο. Επιπρόσθετα, κάθε αναταραχή στις χρηματοοικονομικές αγορές καθιστά την υλοποίηση των χειρότερων σεναρίων πιο πιθανή.

 

Ελλάδα

Παρότι η Ελλάδα έχει σημειώσει κάποια πρόοδο σχετικά με την επαναφορά της πορείας των δημοσιονομικών της σε βιώσιμη τροχιά, θα πρέπει να αντιμετωπίσει αρκετές προκλήσεις ακόμη στο μέλλον. Όπως υποδηλώνει και η έκθεση του ΔΝΤ, το πρόγραμμα λιτότητας βρίσκεται εντός πορείας, αλλά οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα εξακολουθούν να αυξάνονται και οι αναθεωρήσεις δείχνουν εξαρχής ακόμη μεγαλύτερα ελλείμματα. Η εξυγίανση δεν είναι πρωτοφανής, αλλά θα οδηγήσει σε απότομη μείωση του ΑΕΠ. Παρόλα αυτά, το κόστος πτώχευσης θα μπορούσε να είναι πολύ υψηλό. Αυτό επισημαίνει η τριμηνιαία έρευνα που διεξάγει η εταιρεία Oxford Economics για λογαριασμό της Ernst & Young.

Η έρευνα της Ernst & Young για το τέταρτο τρίμηνο αποτυπώνει το δισταγμό που επικρατεί σε πολλά μέρη της Ευρώπης σχετικά με την αύξηση του ΑΕΠ και τις επιφυλάξεις των επιχειρήσεων σε ό,τι αφορά τις μελλοντικές επενδύσεις και τα προγράμματα στελέχωσης. Σύμφωνα με την έρευνα της Ernst & Young, η μη προβλεψιμότητα της οικονομικής κατάστασης στην Ευρωζώνη καθιστά ολοένα δυσχερέστερο τον μελλοντικο  προγραμματισμό για τις εταιρείες. Ως προς την Ελλάδα, η έρευνα της Ernst & Young διαπιστώνει ότι τα έσοδα παραμένουν κάτω από το στοχευόμενο επίπεδο, γεγονός που συνιστά μείζον πρόβλημα, ιδιαίτερα στο βαθμό που οι περικοπές των δαπανών θα μπορούσαν να περιοριστούν από το κοινωνικό τους κόστος.

Περαιτέρω κίνδυνοι πτωτικής τάσης προκύπτουν από τα υψηλά έξοδα υγειονομικής περίθαλψης και από τα ελλείμματα στους λογαριασμούς της τοπικής αυτοδιοίκησης και της κοινωνικής ασφάλισης. Το ΔΝΤ επισήμανε στην έκθεσή του ότι οι αποκλίσεις αυτών των λογαριασμών έχουν αντισταθμίσει μέρος των κερδών που κατέγραψε η κεντρική διοίκηση. Τα περιθώρια ομολόγων έχουν εκτιναχθεί σε επίπεδο υψηλότερο των 900 μονάδων βάσης, ελαφρώς χαμηλότερα από το επίπεδο που είχε καταγραφεί πριν από σχέδιο διάσωσης. Οι αναθεωρήσεις των στοιχείων για τα δημόσια οικονομικά κατά την περίοδο 2006-09 ανακοινώθηκαν στις 15 Νοεμβρίου. Το έλλειμμα του προϋπολογισμού για το 2009 αναθεωρήθηκε προς τα πάνω στο 15,4% του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), από το 13,6%, ενώ ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ αυξήθηκε στο 126,8%, από 115%. Οι αναθεωρήσεις αυτές τοποθετούν την Ελλάδα σε σημαντικά χειρότερη θέση εκκίνησης για την υλοποίηση της δ μοσιονομικής εξυγίανσης της χώρας. Κατά συνέπεια, η Ελλάδα ενδέχεται να μην πετύχει το στόχο της μείωσης του ελλείμματος για το 2010.

Η κυβέρνηση έχει αναθεωρήσει προς τα πάνω τις προβλέψεις της για το έλλειμμα του 2010 στο 9,4% του ΑΕΠ. Για το 2011 έχουν ανακοινωθεί περαιτέρω μέτρα εξυγίανσης, που στοχεύουν σε μείωση του ελλείμματος στο 7,4% του ΑΕΠ. Παρόλα αυτά, η δημόσια υποστήριξη των μέτρων εξυγίανσης έχει αρχίσει να εξασθενεί, γεγονός το οποίο ενδέχεται να περιορίσει την ικανότητα της κυβέρνησης να επιβάλει με επιτυχία επιπλέον μέτρα εξυγίανσης. Η προς τα πάνω αναθεώρηση έφερε την Αθήνα σε ακόμα πιο δυσμενή θέση ως προς το χρέος. Η κυβέρνηση επί του παρόντος παρακολουθεί το δείκτη χρέους/ΑΕΠ να επιδεινώνεται έως το 2013, αγγίζοντας σχεδόν το 160% του ΑΕΠ. Αυτά τα υψηλά επίπεδα χρέους υποδηλώνουν εξαιρετικά σημαντική και συνεχιζόμενη επιβάρυνση από τις καταβολές τόκων. Το πρόγραμμα λιτότητας συνεπάγεται υψηλό κόστος όσον αφορά την παραγωγή και την απασχόληση, καθώς η Ελλάδα βρίσκεται στο εξής αντιμέτωπη με μακρά περίοδο μειωμένης παραγωγής. Αναμένουμε μείωση του ΑΕΠ άνω του 4% για το 2010 και άνω του 3% για το 2011, με την ύφεση να παρατείνεται έως το 2012. Όλοι οι επιμέρους τομείς της εγχώριας ζήτησης θα καταγράψουν απότομη επιδείνωση και το ποσοστό ανεργίας θα υπερβεί το 15%.

Η δημοσιονομική πρόκληση που αντιμετωπίζει η Ελλάδα δεν είναι πρωτοφανής. Το ΔΝΤ έχει εντοπίσει εννέα περιπτώσεις χωρών που βελτίωσαν το κυκλικά προσαρμοσμένο ισοζύγιο προϋπολογισμού τους κατά ποσοστό υψηλότερο του 10% του ΑΕΠ τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες. Ωστόσο, η Ελλάδα βρίσκεται σε σημαντικά μειονεκτικότερη θέση σε σύγκριση με αυτές τις προηγούμενες περιπτώσεις. Παρότι ανήκει στην Ευρωζώνη, υπολείπεται της ικανότητας αντιστάθμισης της αυστηρής δημοσιονομικής πολιτικής με μια πιο χαλαρή νομισματική και συναλλαγματική πολιτική.

Εντούτοις, το κόστος πτώχευσης θα μπορούσε να είναι πολύ υψηλό για την Ελλάδα. Η ικανότητα της χώρας να λάβει χρηματοδότηση θα μπορούσε να μειωθεί, ο τραπεζικός της τομέας να έλθει αντιμέτωπος με τεράστια προβλήματα και το κόστος δανεισμού θα μπορούσε να είναι πολύ υψηλό για τις μελλοντικές κυβερνήσεις. Οι επιπτώσεις στην καταναλωτική και επιχειρηματική εμπιστοσύνη θα ήταν αρνητικές, γεγονός το οποίο θα είχε αλυσιδωτές συνέ- πειες στις τοπικές αγορές. Μολονότι θα υπήρχαν πλεονεκτήματα από τις χαμηλότερες καταβολές τόκων για το χρέος, ενδεχομένως να μην αρκούσαν για την εξουδετέρωση των αρνητικών επιπτώσεων.